Η ενέδρα της 23ης Απριλίου: Πώς έπεσαν νεκροί 19 αντάρτες του UCK

Το πρωί της 23ης Απριλίου 1998, μια ομάδα ανταρτών του Απελευθερωτικού Στρατού του Κοσσυφοπεδίου (UÇK -ΟΥΤΣΕΚΑ) έπεσε σε ενέδρα που είχε στήσει μια πολύ μικρότερη ομάδα συνοριοφυλάκων του Γιουγκοσλαβικού Στρατού (VJ) κοντά στο φυλάκιο του Košare, δυτικά του Dečani (φωτό).

Οι μαχητές προσπαθούσαν να εισάγουν λαθραία όπλα και προμήθειες στο Κοσσυφοπέδιο μέσω της βόρειας Αλβανίας. Δεκαεννέα (19) αντάρτες του UCK σκοτώθηκαν κατά την επίθεση που ακολούθησε και δύο ακόμα συνελήφθησαν. Ο Γιουγκοσλαβικός Στρατός (VJ) δεν υπέστη καμία απώλεια.

Μερικοί από τους ενόπλους του UCK υποχώρησαν στην Αλβανία, ενώ άλλοι κατάφεραν να ξεφύγουν από την ενέδρα και να περάσουν μέσω των Γιουγκοσλαβικών συνόρων στο Κοσσυφοπέδιο. Μετά τη σύγκρουση, ο Γιουγκοσλαβικός Στρατός κατάσχεσε μεγάλη ποσότητα όπλων που μετέφεραν οι αντάρτες του UCK.

Τι προηγήθηκε

Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, στο Κοσσυφοπέδιο παραχωρήθηκε καθεστώς αυτόνομης επαρχίας εντός της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Σερβίας, μιας από τις έξι συνταγματικές δημοκρατίες της Σοσιαλιστικής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας. Μετά το θάνατο του μακροχρόνιου ηγέτη της Γιουγκοσλαβίας, Γιόζιπ Μπροζ Τίτο (Josip Broz Tito) το 1980, το πολιτικό σύστημα της Γιουγκοσλαβίας άρχισε να καταρρέει.

Το 1989, το Βελιγράδι ανακάλεσε την αυτονομία του Κοσσυφοπεδίου. Το Κοσσυφοπέδιο, μια επαρχία που κατοικούταν κυρίως από Αλβανούς, είχε μεγάλη ιστορική και πολιτιστική σημασία για τους Σέρβους, οι οποίοι ήταν η πλειοψηφία πριν από τα μέσα του 19ου αιώνα, αλλά το 1990 αντιπροσώπευαν μόνο το 10% του πληθυσμού.

Οι Σέρβοι της επαρχίας, ανήσυχοι από τους φθίνοντες αριθμούς τους, άρχισαν να φοβούνται ότι οι Αλβανοί τους «συμπιέζουν» και οι εντάσεις μεταξύ των δύο εθνοτήτων επιδεινώθηκαν.

Μόλις καταργήθηκε η αυτονομία του Κοσσυφοπεδίου, μια κυβέρνηση μειοψηφίας που διοικούταν από Σέρβους και Μαυροβούνιους διορίστηκε από τον Πρόεδρο της Σερβίας Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς για να επιβλέψει την επαρχία, με την βοήθεια χιλιάδων βαριά οπλισμένων παραστρατιωτικών από τη Σερβία.

Ο Αλβανικός πολιτισμός καταπιέστηκε συστηματικά και εκατοντάδες χιλιάδες Αλβανοί εργαζόμενοι σε κρατικές επιχειρήσεις έχασαν τη δουλειά τους.

Το 1996, μια ομάδα Αλβανών εθνικιστών που αποκαλούσαν τον εαυτό τους  Απελευθερωτικό Στρατό του Κοσσυφοπεδίου (UCK- φωτό) άρχισε να επιτίθεται εναντίον του Γιουγκοσλαβικού Στρατού (Vojska Jugoslavije – VJ) και του Σερβικού Υπουργείου Εσωτερικών (Ministarstvo unutrašnjih poslova -MUP) στο Κοσσυφοπέδιο.

Στόχος τους ήταν να αποσπάσουν την επαρχία από την υπόλοιπη Γιουγκοσλαβία, η οποία, μετά τις αποσχίσεις της Σλοβενίας, της Κροατίας, των Σκοπιών και της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης το 1991-92, ήταν απλώς μια ομοσπονδία μεταξύ της Σερβίας και του Μαυροβουνίου. Αρχικά, ο UCK διενήργησε αντάρτικες επιθέσεις  (31 το 1996, 55 το 1997 και 66 μόνο τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο του 1998).

Έγινε γρήγορα δημοφιλής ανάμεσα στους νεαρούς Αλβανούς του Κοσσυφοπεδίου, πολλοί από τους οποίους απέρριπταν τη μη βίαιη αντίσταση στις Γιουγκοσλαβικές αρχές που υποστήριζε ο πολιτικός Ιμπραήμ Ρουγκόβα και τάχθηκαν υπέρ μιας πιο επιθετικής προσέγγισης.

Η οργάνωση έλαβε σημαντική ώθηση το 1997, όταν η ένοπλη εξέγερση που σημειώθηκε στη γειτονική Αλβανία οδήγησε σε λεηλασία χιλιάδων όπλων που βρίσκοταν στις αποθήκες του Αλβανικού Στρατού.

Πολλά από αυτά τα όπλα κατέληξαν στα χέρια του UCK, ο οποίος είχε ήδη σημαντικούς πόρους λόγω της συμμετοχής του στο εμπόριο ναρκωτικών, όπλων και ανθρώπων, καθώς και μέσω δωρεών της Αλβανικής ομογένειας.

Το διασυνοριακό λαθρεμπόριο όπλων άκμασε: η μονάδα που ήταν επιφορτισμένη με τη διασφάλιση των Γιουγκοσλαβικών συνόρων ήταν η 549η Μηχανοκίνητη Ταξιαρχία, υπό τη διοίκηση του στρατηγού Μπόζινταρ Ντέλιτς (Božidar Delić).

Η δημοτικότητα του UCK ανέβηκε στα ύψη μετά την επίθεση του Γιουγκοσλαβικού Στρατού και του Υπουργείου Εσωτερικού εναντίον του κτηριακού συγκροτήματος του αρχηγού του UCK, Adem Jashari τον Μάρτιο του 1998, σκοτώνοντας τον ίδιο, τους στενότερους συνεργάτες του και το μεγαλύτερο μέρος της οικογένειάς του.

Η επίθεση ανάγκασε χιλιάδες νεαρούς Αλβανούς του Κοσσυφοπεδίου να ενταχθούν στις τάξεις του UCK, τροφοδοτώντας την εξέγερση του Κοσοβάρων που τελικά ξέσπασε την άνοιξη του 1998.

Η σύγκρουση

Σύμφωνα με τον Ντέλιτς στις 5:45 το πρωί της 23ης Απριλίου, οι στρατιώτες του 53ου Συνοριακού Τάγματος της 549ης Μηχανοκίνητης Ταξιαρχίας  συνάντησαν με μια ομάδα 150-200 ανταρτών κοντά στο φυλάκιο του Košare που προσπαθούσε να εισέλθει παράνομα στο Κοσσυφοπέδιο μέσω της βόρειας Αλβανίας, δυτικά του Dečani.

Οι αντάρτες (φωτό) συγκεντρώνονταν στα Αλβανο-γιουγκοσλαβικά σύνορα για κάποιο χρονικό διάστημα εν αναμονή μιας ανανεωμένης επίθεσης του Γιουγκοσλαβικού Στρατού. Οι Γιουγκοσλαβικές αρχές δήλωσαν ότι οι αντάρτες του UCK ήταν «ένοπλοι εισβολείς» που είχαν εκπαιδευτεί σε στρατόπεδα στην Αλβανία και προσπαθούσαν να εισάγουν παράνομα όπλα στο Κοσσυφοπέδιο.

Σύμφωνα με τον Ντέλιτς, η συνοριακή περίπολος υπολειπόταν κατά πολύ σε αριθμό από τους αντάρτες. Οπλισμένοι με οβιδοβόλα και εκτοξευτήρες πυραύλων, η περίπολος αιφνιδίασε την ένοπλη ομάδα, προκαλώντας μια έντονη ανταλλαγή πυρών.

Οι συγκρούσεις κράτησαν όλη τη νύχτα και οι Αλβανοί κάτοικοι του Κοσσυφοπεδίου στο συνοριακό χωριό Batuša ανέφεραν πυρά πυροβολικού και ελικόπτερα να πετούν την επομένη.

Ο Γιουγκοσλαβικός Στρατός ανέφερε ότι δεν υπέστη απώλειες κατά τη σύγκρουση. Δεκαεννέα ένοπλοι του UCK έχασαν τη ζωή τους, ένας τραυματίστηκε και άλλοι δύο συνελήφθησαν.

Ήταν το πιο θανατηφόρο συμβάν που σχετιζόταν με τον πόλεμο στο Κοσσυφοπέδιο από την επίθεση εναντίον του κτηριακού συγκροτήματος του Jashari τον προηγούμενο μήνα. Οι Αρχικές αναφορές υπέθεταν ότι σκοτώθηκαν κάπου μεταξύ 16 και 23 αντάρτες.

Εννέα από τους νεκρούς μαχητές κατάγονταν από το χωριό Erec, κοντά στο Dečani, περίπου 9,7 χιλιόμετρα από τα Αλβανικά σύνορα. Ο Ντέλιτς αναγνώρισε στους συλληφθέντες αντάρτες τον Gazmend Tahiraj (καθηγητής Αγγλικών από το Erec, γεννηθείς το 1970) και τον Ibër Metaj (τεχνικός γεωργίας από το Erec, γεννηθείς το 1961).

Οι υπόλοιποι αντάρτες είτε κατάφεραν να διασπάσουν την ενέδρα και να φτάσουν στο Κοσσυφοπέδιο, είτε κατέφυγαν στην Αλβανία, σύμφωνα με τον Ντέλιτς. Τα πλάνα που τραβήχτηκαν από τον στρατό και αργότερα μεταδόθηκαν στη Γιουγκοσλαβική τηλεόραση, έδειξαν ένα χωράφι διασκορπισμένο με όπλα, πυρομαχικά και τις σορούς τριών ανταρτών.

Ο Γιουγκοσλαβικός Στρατός ανέφερε την κατάσχεση 4 τόνων όπλων και πυρομαχικών (φωτό από κατάσχεση οπλισμού του UCK τον Ιούλιο του 1999), συμπεριλαμβανομένων 120 κουτιών με νάρκες.

Τι ακολούθησε

Κατά τη διάρκεια της δίκης του Μιλόσεβιτς στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για την πρώην Γιουγκοσλαβία, ο Ντέλιτς κατέθεσε ότι ένας ανακριτής από τη Νις επισκέφθηκε το φυλάκιο του Košare λίγο μετά το τέλος της μάχης και διεξήγαγε επιτόπια έρευνα.

Οι δημοσιογράφοι δεν επιτράπηκε να επισκεφτούν το σημείο λόγω «προβλημάτων ασφαλείας». Στις 24 Απριλίου, Δυτικοί δημοσιογράφοι είδαν προσωπικό του Γιουγκοσλαβικού Στρατού να σκάβει θέσεις για όλμους νότια του Dečani, περίπου 24 χιλιόμετρα από τα Αλβανικά σύνορα. Τα στρατεύματα δήλωσαν ότι είχαν προβεί σε ανταλλαγές πυρών με τους αντάρτες τις δύο προηγούμενες ημέρες.

Το Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ αναγνώρισε ότι είχε λάβει αναφορές για «αμέτρητους θανάτους» κατά μήκος των Αλβανικών συνόρων. Ο εκπρόσωπος του Υπουργείου Εξωτερικών, James Rubin, χαρακτήρισε την κατάσταση στο Κοσσυφοπέδιο «αρκετά ανησυχητική, εξαιρετικά επικίνδυνη».

Οι αξιωματούχοι των ΗΠΑ δήλωσαν ότι θα πιέσουν για πάγωμα των περιουσιακών στοιχείων της Γιουγκοσλαβίας στο εξωτερικό και για διεθνή απαγόρευση του εξωτερικού εμπορίου με τη χώρα ως απάντηση στην βία.

Με τη σειρά του, ο Γιουγκοσλάβος Στρατός εξέδωσε ανακοίνωση με την οποία ζητούσε η Δύση να ασκήσει πιέσεις στους Αλβανούς ηγέτες του Κοσσυφοπεδίου «να εγκαταλείψουν και να καταδικάσουν την τρομοκρατία εάν ήθελαν πραγματικά μια ειρηνική και πολιτική λύση στα προβλήματα του Κοσσυφοπεδίου».

Η ανακοίνωση επίσης κατηγορούσε την Αλβανία για «εκπαίδευση, διείσδυση και παράνομο εξοπλισμό των τρομοκρατών» και ζήτησε από τη Δύση να πιέσει τη χώρα να εγκαταλείψει τέτοιες δραστηριότητες.

Η Αλβανία αρνήθηκε ότι υποστήριζε την εξέγερση του UCK (φωτό) και ισχυρίστηκε ότι δύο Γιουγκοσλαβικά ελικόπτερα είχαν παραβιάσει τον εναέριο χώρο της. Η Γιουγκοσλαβία αρνήθηκε ότι υπήρξαν παραβιάσεις. Κατά συνέπεια, ο Αλβανικός στρατός και η αστυνομία τέθηκαν σε επιφυλακή, και η χώρα μετακίνησε επίλεκτα στρατεύματα κατά μήκος των συνόρων της.

Στις 27 Απριλίου, εννέα από τους νεκρούς αντάρτες θάφτηκαν στο Erec. Περίπου 400 άτομα Αλβανικής εθνικότητας παρευρέθηκαν στις κηδείες τους. Οι ηλικίες των νεκρών κυμαίνονταν από δεκαεπτά ως σαράντα πέντε ετών.

Οι χωρικοί ισχυρίστηκαν ότι κάποιοι από τους νεκρούς είχαν συλληφθεί ημέρες πριν από τους θανάτους τους και έτσι δεν θα μπορούσαν να τους είχαν στήσει ενέδρα, όπως υποστήριζαν οι Γιουγκοσλαβικές αρχές.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν μπόρεσαν να επαληθευθούν ανεξάρτητα από δυτικούς δημοσιογράφους. Σε μια έκθεση του 1998, η Διεθνής Αμνηστία επιβεβαίωσε ότι οι 19 άνδρες είχαν σκοτωθεί σε ενέδρα ενώ προσπαθούσαν να εισάγουν παράνομα όπλα στο Κοσσυφοπέδιο.

Αν σου άρεσε το άρθρο, στηρίξτε μας πατώντας στη σελίδα μας στο facebook