Ο Ναζί εγκληματίας πολέμου που συνεργάστηκε με τους Βρετανούς και του σκηνοθέτησαν τον θάνατο για να μην δικαστεί!

Ο Χορστ Κόπκοβ (Horst Kopkow), πρώην Hauptsturmführer (Λοχαγός) της Γκεστάπο (Gestapo), συνελήφθη σε ένα χωριό στην ακτή της Βαλτικής από τους Βρετανούς στις 29 Μαΐου 1945.

Σχεδόν αμέσως μετά την σύλληψή του, οι Βρετανοί γνώριζαν ότι είχαν πιάσει ένα αρκετά μεγάλο ψάρι, μιας κι ο ρόλος του Κόπκοβ κατά τη διάρκεια του πολέμου ήταν να συλλαμβάνει κατασκόπους του εχθρού και σαμποτέρ, που φυσικά περιλάμβαναν και Βρετανούς πράκτορες του SOE (Special Office Executive – Βρετανικές ειδικές δυνάμεις κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο).

Ως επικεφαλής του Referat IV A 2 στην RSHA (ΥΓ.1) του Kaltenbrunner, το γραφείο του Κόπκοβ (φωτό) ήταν αυτό που εξασφάλιζε ότι οι εν λόγω πράκτορες θα ανακρίνονταν βίαια και στη συνέχεια «εξαφανίζονταν» σε στρατόπεδα συγκέντρωσης όπως το Buchenwald και το Ravensbrück.

Υπολογίζεται ότι ο Κόπκοβ ήταν υπεύθυνος για τους θανάτους περίπου 300 πρακτόρων των Συμμάχων, ανάμεσά τους και οι περίφημες Violette Szabo και Noor Inayat Khan.

Ένα άλλο θύμα ήταν ο πράκτορας της MI6, Ταγματάρχης Frank Chamier, ο οποίος είχε πέσει με αλεξίπτωτο στην Γερμανία, αλλά συνελήφθη σχεδόν αμέσως και μεταφέρθηκε στα στρατόπεδα συγκέντρωσης του Sachsenhausen και του Ravensbrück, όπου πέθανε.

Εκτός από το να οργανώνει τέτοιες εκτελέσεις, ο Κόπκοβ είχε γνώση από πρώτο χέρι για τις επιχειρήσεις αντικατασκοπείας της RSHA εναντίον των Βρετανών και των Ρώσων. Στην Ολλανδία, η Γκεστάπο είχε σημαντικές επιτυχίες εναντίον του SOE με την Επιχείρηση Βόρειος Πόλος, στην οποία μετέδιδαν ραδιοσήματα στο Λονδίνο με ψευδείς πληροφορίες.

Η καταστροφική συνέπεια αυτού ήταν η σύλληψη 54 Βρετανών πρακτόρων, εκ των οποίων οι 47 εκτελέστηκαν υπό την αιγίδα του Κόπκοβ. Απέναντι στο δίκτυο κατασκοπείας της «Κόκκινης Ορχήστρας» (Die Rote Kapelle) που υποστηριζόταν από τη Σοβιετική Ένωση, ο Κόπκοβ ήταν εξίσου αποτελεσματικός.

Συνέλαβε προσωπικά πολλά από τα κορυφαία μέλη της ομάδας, συμπεριλαμβανομένου του Harro Schulze-Boysen (φωτό), ο οποίος ήταν υποσμηναγός στο Ηγετικό Επιτελείο της Luftwaffe (Αεροπορία των Ναζί). Ήταν ο Κόπκοβ, που ενέκρινε τα βασανιστήρια ανδρών όπως ο Schulze-Boysen, ο οποίος εκτελέστηκε στη φυλακή Plötzensee του Βερολίνου τον Δεκέμβριο του 1942.

Ο Κόπκοβ ήταν αρκετά πονηρός ώστε να δώσει σ’αυτούς που τον συνέλαβαν αυτό που ήθελαν. «Ο Κόπκοβ συνειδητοποίησε πλήρως την κατάστασή του», ανέφεραν οι ανακριτές του, «και ξέρει ότι δύσκολα μπορεί να κρύψει πολλά ή να καλύψει τις δραστηριότητές του […].

Η νοοτροπία του είναι ότι η μόνη του ευκαιρία για μια ηπιότερη ποινή είναι να πει όσο το δυνατόν περισσότερα. Δηλώνει επίσης ότι είναι πλήρως προετοιμασμένος να κάνει οποιαδήποτε δήλωση αφοσίωσης απαιτείται» (ΥΓ.2).

Η τελευταία  πρόταση δίνει σίγουρα την εντύπωση ότι ο Κόπκοβ είτε προσφέρει τις υπηρεσίες του είτε αποδέχεται μια πρόταση. Ό,τι κι αν συνέβη, ο Κόπκοβ σίγουρα μίλησε.

Οι Βρετανοί του διέθεσαν και την πρώην γραμματέα του, την Fraulein Bertha Rose, και αντί του παραδοσιακού τρόπου ερωταπαντήσεων, η ανάκριση περιλάμβανε τους Βρετανούς αξιωματικούς ν’ακούνε τον Κόπκοβ να υπαγορεύει στην Fraulein Rose.

«Του δόθηκε λίγο-πολύ απόλυτη ελευθερία», ανέφερε η έκθεση, «και σπάνια τον διέκοπταν». Ο Κόπκοβ φάνηκε μόνο ν’απομακρύνεται από την αλήθεια όταν αναφέρθηκε η υπόθεση του Ταγματάρχη Chamier (φωτό), ο οποίος ισχυρίστηκε ότι πέθανε σε αεροπορική επιδρομή στο Βερολίνο.

Οι αξιωματικοί των μυστικών υπηρεσιών φαίνονταν να το πιστεύουν αυτό, ίσως επειδή ενδόμυχα ήταν χαρούμενοι για τον πλούτο των πληροφοριών που τους έδωσε ο Κόπκοβ. Ο πρώην άνδρας της Γκεστάπο μάλιστα τους είπε σχετικά με Ρωσικά σχέδια εναντίον της Βρετανίας, για τα οποία ο Κόπκοβ είχε «ραδιοφωνικές αποδείξεις» – στοιχεία που συγκέντρωσε από υποκλοπές ραδιοσημάτων.

Σε ένα σημείο, οι πληροφορίες ήταν τόσο καλής ποιότητας που ένας ανακριτής αναρωτιόταν εάν ο Κόπκοβ «σκοπίμως προσπαθεί να δημιουργήσει καχυποψία μεταξύ των Άγγλων και των Ρώσων ή πραγματικά περιγράφει γεγονότα».

Ενώ οι Βρετανοί αξιωματικοί των μυστικών υπηρεσιών ανέκριναν των Κόπκοβ, οι Βρετανοί ερευνητές εγκλημάτων πολέμου προσπαθούσαν να τον βρουν. Μεταξύ αυτών ήταν η Βίρα Άτκινς, η αρχηγός του SOE, η οποία είχε κάνει μπρίφινγκ (ενημέρωση) σε πολλούς πράκτορες των οποίων τις εκτελέσεις είχε μεθοδεύσει ο Κόπκοβ.

Αποσπασμένη στο γραφείο του Προέδρου του Στρατοδικείου (Judge Advocate General –ο ανώτερος βαθμός στην Βρετανική στρατιωτική δικαιοσύνη ), καθ’όλη τη διάρκεια του 1946 η Άτκινς βρήκε το όνομα “Kopkow” να εμφανίζεται με αυξανόμενη συχνότητα.

Μέχρι το καλοκαίρι, είχε διαπιστώσει την έκταση της εγκληματικότητας του Κόπκοβ και πριν αναχωρήσει για το Λονδίνο τον Αύγουστο, εξέδωσε επείγον αίτημα στο τμήμα Haystack της Βρετανικής Ομάδας Εγκλημάτων Πολέμου (British War Crimes Group) στην Βορειοδυτική Ευρώπη.

«Ο Κόπκοβ καταζητούταν σε σχέση με τους θανάτους Βρετανών πρακτόρων στα Ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, ιδιαίτερα στο Natzweiler και το Dachau. Όλα οι εκθέσεις και τα έγγραφα των συλληφθέντων πρακτόρων στέλνονταν στον Κόπκοβ και αυτός διέταζε την μεταφορά τους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και την εξολόθρευσή τους.

Αν συληφθεί, παρακαλούμε συμβουλευτείτε την VMA [Vera May Atkins -φωτό] στο Ηνωμένο Βασίλειο. Τελευταία ήταν γνωστό ότι βρισκόταν στο Reichssicherheitshauptamt [RSHA] Amt IV» (ΥΓ.3).

Το Σεπτέμβριο, η Άτκινς συγκλονίστηκε όταν έμαθε από έναν από τους ύποπτους για εγκλήματα πολέμου που ανέκρινε ότι ο Κόπκοβ βρισκόταν σε Βρετανικά χέρια. Είπε στο τμήμα Haystack ότι ο Κόπκοβ ήταν μάλλον στο στρατόπεδο της MI5 στη Βρετανική ζώνη κατοχής στο Bad Nenndorf. Αν το Haystack έκανε πράγματι οποιαδήποτε έρευνα, τότε είναι πιθανό ότι θα τους απέκρουαν ευγενικά.

Η σύλληψη του Κόπκοβ από τους Βρετανούς δεν ήταν ιδιαίτερα μυστική. Τον Οκτώβριο του 1945, το Γραφείο Αντικατασκοπείας του BAOR εξέδωσε ένα από τα ενημερωτικά δελτία που εξέδιδε ανά δεκαπενθήμερο, στο οποίο δήλωνε ότι οι πληροφορίες «από τον KOPKOW και άλλους αξιωματικούς» βοηθούσαν τους Βρετανούς να σχηματίσουν μια «λεπτομερή εικόνα του τμήματος Amt IV», στο οποίο ανήκε το Referat του Κόπκοβ.

Το ενημερωτικό δελτίο, αν και χαρακτηρίστηκε ως «Απόρρητο» -και όχι «Άκρως Απόρρητο» όπως χαρακτηρίστηκαν πολλά έγγραφα- κυκλοφόρησε σε ευρύ κύκλο αξιωματούχων. Η Arrestanstalt του Βρετανικού Στρατού είχε αναφέρει μέχρι και το χρηματικό ποσό που είχε πάνω του ο Κόπκοβ όταν συνελήφθη- 3.108 Μάρκα του Ράιχ (Reichsmarks)  – σε ένα τηλεγράφημα προς την Επιτροπή Ελέγχου για τη Γερμανία τον Ιούλιο του 1945, το οποίο δεν έφερε κανένα επίπεδο διαβάθμισης ασφαλείας.

Τέλος, στις 15 Μαρτίου 1946, το Γραφείο Αντικατασκοπείας ενημέρωσε το γραφείο του Προέδρου του Στρατοδικείου στην Βρετανική Ομάδα Εγκλημάτων Πολέμου ότι ο Κόπκοβ κρατούνταν στο Bad Nenndorf «και είναι πιθανό να παραμείνει εκεί για κάποιο χρονικό διάστημα», το οποίο ήταν ευφημισμός.

Η επιστολή αναφέρεται επίσης στο γεγονός ότι οι Αμερικανοί ενδιαφερόταν να μιλήσουν με τον Κόπκοβ και το Γραφείο υποσχέθηκε ν’ αναφέρει στο γραφείο του Προέδρου του Στρατοδικείου πότε ο Κόπκοβ (φωτό) θα ήταν διαθέσιμος για την μετακίνηση.

Μιας κι αυτή η επιστολή γράφτηκε πέντε μήνες πριν η Άτκινς υποβάλει το αίτημά της στο Haystack, είναι σαφές ότι δεν είχε ενημερωθεί πλήρως για την κατάσταση από τους συναδέλφους της στο γραφείο του Προέδρου του Στρατοδικείου. Αν αυτό συνέβη κατά λάθος ή εσκεμμένα, είναι δύσκολο να το πούμε.

Για άλλη μια φορά, φαίνεται ελκυστικό να υιοθετήσουμε μια στάση συνειδητού κυνισμού, και σε αυτή την περίπτωση, ίσως αυτό είναι το σωστό, καθώς υπήρχαν τεράστιες ανισότητες στην στάση των Βρετανών αξιωματικών των μυστικών υπηρεσιών και των Βρετανών ερευνητών εγκλημάτων πολέμου.

Οι τελευταίοι ήταν ακόμα εδραιωμένοι στον τελευταίο πόλεμο, ενώ οι πρώτοι ετοιμάζονταν για τον επόμενο. Αυτό δεν το αναφέρουμε για να δηλώσουμε ότι οι μυστικές υπηρεσίες ήταν εκπληκτικά διορατικές, ή ότι οι ομάδες για τα εγκλήματα πολέμου κοιτούσαν απελπισμένα στο παρελθόν, αλλά υπήρχε σίγουρα μια διαφορά στην αντίληψη.

Η αίσθηση δικαιοσύνης ήταν κοινή σε όλους, αλλά σε έναν αξιωματικό των μυστικών υπηρεσιών, ένας άνθρωπος όπως ο Κόπκοβ ήταν πολύ πιο πολύτιμος ζωντανός από ό,τι στην άκρη μιας θηλιάς.

Όταν εξετάζουμε τόσο τις σχετικά ανεπαρκείς προσπάθειες που καταβλήθηκαν στο κυνήγι των εγκληματιών πολέμου και επιχειρήσεις όπως η Fleacomb στην οποία τόσοι πολλοί αφέθηκαν ελεύθεροι, σίγουρα ο τυχαίος Ναζί μαζικός δολοφόνος θα μπορούσε να γλυτώσει από τη δικαιοσύνη για να βοηθήσει στην μάχη εναντίον του Κομμουνισμού.

Αν αυτή ήταν η λογική, τότε ήταν σκληρή αλλά κατανοητή. Ο Κόπκοβ (φωτό) κρατήθηκε στο Bad Nenndorf μέχρι το 1947. Σύμφωνα με την σύζυγό του, Γκέρντα, αντιμετωπίστηκε καλά, και στο ζευγάρι επετράπη να βλέπει ο ένας τον άλλον ιδιωτικά. «Ήταν πολύ ευγενικοί με εμάς», θυμόταν η Γκέρντα.

«Μια μέρα τον έφεραν σε μένα και ξέχασαν να τον πάρουν. Περάσαμε πολύ καιρό μαζί». Κατά τη διάρκεια μιας από τις πρώτες τους συναντήσεις το 1946, ο Κόπκοβ έπεισε τη σύζυγό του ότι έπρεπε να εγκαταλείψει την πίστη της στον Εθνικοσοσιαλισμό. «Ήμουν ακόμα Ναζί τότε», είπε. «Αλλά είπε όχι, όχι. Δεν είναι τόσο σημαντικό τώρα».

Η Γκέρντα έμεινε έκπληκτη με την ταχύτητα της μεταστροφής του Κόπκοβ, αλλά με την εναλλακτική να είναι η θανατική ποινή, ο πρώην αξιωματικός της Γκεστάπο δεν είχε πολλές επιλογές.

Αν και οι συναντήσεις με τη σύζυγό του μπορεί ήταν ευχάριστες, οι συναντήσεις που είχε ο Κόπκοβ με τους ερευνητές των εγκλημάτων πολέμου ήταν λιγότερο. Ο Κόπκοβ ήταν διαθέσιμος τρεις φορές, δύο φορές στους Βρετανούς και μία φορά στους Νορβηγούς.

Κατά τη διάρκεια μιας από τις συνεδρίες του με τους Βρετανούς, ρωτήθηκε για τη μοίρα του Ταγματάρχη Chamier. Όταν αναφέρθηκε το όνομα, λέγεται ότι ο Κόπκοφ σχεδόν λιποθύμησε και είπε «Δεν ξέρω τίποτα γι’αυτό» πριν ζητήσει ένα ποτήρι νερό.

Ο Κόπκοφ δεν αρνήθηκε ότι είχε πάρει μέρος στην ανάκριση του πράκτορα της MI6, αλλά επέμεινε στην ιστορία του ότι ο Chamier είχε πεθάνει σε αεροπορική επιδρομή. Οι ερευνητές των εγκλημάτων πολέμου δεν τον πίστεψαν, αλλά αφού είχε την προστασία της MI6, ήταν λίγα αυτά που θα μπορούσαν να κάνουν.

Η Βίρα Άτκινς επίσης ανέκρινε τον Κόπκοβ, και ήταν πεπεισμένη για την ενοχή του στην «εξαφάνιση» πολλών πρακτόρων της. Παρά το γεγονός ότι μεταφέρθηκε στο Λονδίνο στη μέση του 1947, ο Κόπκοβ ακόμα απασχολούσε την Ομάδα Εγκλημάτων Πολέμου, που πίστευε ότι ο Κόπκοβ θα διωχθεί μετά την εκμετάλλευσή του.

Μέχρι το τέλος του έτους, η MI6 είχε σαφώς κουραστεί από τα αιτήματα για να προσαχθεί ο Κόπκοβ στη δικαιοσύνη. Ήταν καιρός να τον θάψει. Τον Ιούνιο του 1948, κάποιος Αντισυνταγματάρχης Paterson ενημέρωσε το Γραφείο Εγκλημάτων Πολέμου ότι υπήρχαν κάποια δυσάρεστα νέα.

Ο Κόπκοβ –ανέφερε- είχε σταλεί στο Λονδίνο για «ειδική ανάκριση», αλλά όταν αυτός αφίχθη «βρέθηκε να έχει πυρετό και μετά από δύο ημέρες που στάλθηκε στο νοσοκομείο, λυπούμαστε να ανακοινώσουμε ότι πέθανε από βρογχοπνευμονία πριν αποσπαστεί οποιαδήποτε πληροφορία από αυτόν».

Ο Πατέρσον συμπεριέλαβε αντίγραφο του πιστοποιητικού θανάτου και πρόσθεσε ότι ο Κόπκοβ είχε θαφτεί μαζί με άλλους Γερμανούς στρατιώτες σε ένα στρατιωτικό νεκροταφείο. Δύο χρόνια αργότερα, ο “Peter Cordes” εμφανίστηκε στο σπίτι της χήρας του Κόπκοβ στο Gelsenkirchen της Γερμανίας.

«Ο θείος Peter», όπως τα παιδιά του Κόπκοβ έπρεπε τώρα να αποκαλούν τον πατέρα τους, ξεκίνησε να εργάζεται σε ένα εργοστάσιο κλωστοϋφαντουργίας στη Βρετανική Ζώνη Κατοχής, αν και η πραγματική του δουλειά ήταν αυτή του πράκτορα της MI6.

Για να διατηρήσει την κάλυψη του, ο Κόπκοβ και η σύζυγός του έπρεπε να κοιμούνται σε ξεχωριστά κρεβάτια. Ο Κόπκοβ έγινε διευθυντής του εργοστασίου, αλλά συχνά έκανε ταξίδια στο εξωτερικό μόνος του.

Δεν είναι σαφές ποια ήταν η δουλειά που έκανε για τους Βρετανούς, αλλά είναι πολύ πιθανό ότι οργάνωσε ένα δίκτυο πίσω από το Σιδηρούν Παραπέτασμα. Δεν είναι επίσης γνωστό για πόσο καιρό ο “Peter Cordes” δρούσε ως πράκτορας των Βρετανών, αλλά το γεγονός ότι άλλαξε τ’ όνομά του σε “Horst Kopkow-Cordes” το 1956 δείχνει ότι η απασχόλησή του μπορεί να είχε τελειώσει εκείνη την εποχή.

Μέχρι τον πραγματικό θάνατό του, αρκετά ειρωνικά, από πνευμονία το 1996, ο Κόπκοβ έζησε σε μεγάλο βαθμό ανεμπόδιστος από ερευνητές ή δημοσιογράφους. Ωστόσο, το 1986 ανακαλύφθηκε από τον παραγωγό ενός τηλεοπτικού ντοκιμαντέρ ονόματι Ρόμπερτ Μάρσαλ.

Ο Κόπκοβ μιλούσε με τον Μάρσαλ μόνο off the record, αλλά ο Μάρσαλ θυμάται πως «παραληρούσε και παραληρούσε και σε ένα σημείο δήλωσε ότι οι Βρετανοί είχαν σαρώσει τις φυλακές τους για εγκληματίες και τους ανάγκαζαν να πέσουν με αλεξίπτωτο στην Γαλλία και έτσι να το να τους σκοτώσουμε, βασικά κάναμε χάρη στους Βρετανούς»

Μια τέτοια δήλωση δείχνει ότι ο Κόπκοβ ήταν ένας άνθρωπος που αρνούταν ότι διέπραξε εγκλήματα.

 

ΥΓ.1: RSHA: Reichssicherheitshauptamt ή το Κύριο Γραφείο Ασφαλείας του Ράιχ. Επόπτευε όλες της υπηρεσίες ασφαλείας του Γ’Ράιχ μεταξύ των οποίων και την Γκεστάπο. Αρχηγός μέχρι την δολοφονία του το 1942 ήταν ο Reinhard Heydrich. Τον διαδέχτηκε ο Kaltenbrunner.

ΥΓ.2: UKNA (National Archives, Kew, London, UK), KV 2/1500

ΥΓ.3: Sunday Times (London, UK), 7 August 2005, “The Gestapo Killer Who Lived Twice” από την Sarah Helm.

Αν σου άρεσε το άρθρο, στηρίξτε μας πατώντας στη σελίδα μας στο facebook