Η ληστεία στην Μπέικερ Στριτ. Περιείχαν οι θυρίδες ροζ φωτογραφίες της βασιλικής οικογένειας με τις οποίες την εκβίαζαν;

Με τους ληστές να μεταδίδουν το έγκλημά τους ζωντανά στα ερτζιανά, είναι μυστήριο γιατί η αστυνομία δεν έπιασε ποτέ τη συμμορία της Μπέικερ Στριτ (Baker Street) στα πράσα.

Η εισβολή στις θυρίδες ασφαλείας το 1971 είναι μία από τις πιο αινιγματικές στην Βρετανική ιστορία του εγκλήματος και οι φήμες ότι ο πραγματικός σκοπός της συγκαλύφθηκε από το Βρετανικό κατεστημένο, εξακολουθούν να κυκλοφορούν μέχρι σήμερα.

Το πρόβλημα είναι ότι δεν θα έπρεπε ποτέ να είχαν διαφύγει με ούτε μια δεκάρα. Τις πρώτες πρωινές ώρες του Σαββάτου 11 Σεπτεμβρίου 1971, καθώς οι ληστές έσκαβαν τούνελ προς το θησαυροφυλάκιο με τις θυρίδες ασφαλείας στην τράπεζα Lloyds, στην Μπέικερ Στριτ, ένα κοντινός ραδιοερασιτέχνης άκουγε κάθε λέξη τους.

Η συμμορία χρησιμοποιούσε ασυρμάτους για να επικοινωνήσει και ο ραδιο-ερασιτέχνης Robert Rowlands είχε συντονιστεί τυχαία στις συχνότητές τους. Ο Rowlands ειδοποίησε την αστυνομία, που άργησε να πιστέψει τον ισχυρισμό του ότι έπεσε πάνω σε πραγματική ληστεία που βρίσκεται σε εξέλιξη. Τελικά πείστηκαν και ξεκίνησαν μια ξέφρενη έρευνα σε εκατοντάδες τράπεζες του Λονδίνου σε μια προσπάθεια να εμποδίσουν την έφοδο.

Δεν τα κατάφεραν. Ο Rowlands είχε ενημερώσει την αστυνομία ότι το εύρος της εκπομπής σήμαινε ότι οι ληστές έπρεπε να βρίσκονται κοντά -σε απόσταση περίπου ενός μιλίου από το διαμέρισμά του στην οδό Wimple.

Για λόγους ποτέ δεν εξηγήθηκαν επαρκώς, αποφάσισαν να απλώσουν το δίχτυ σε ακτίνα 10 μιλίων και να αυξήσουν σημαντικά τον αριθμό των τραπεζών που έπρεπε να ερευνήσουν. Με περιορισμένους πόρους και την ανάγκη να ζητήσουν από την κάθε τράπεζα άδεια για να την ερευνήσουν, απέτυχαν να σταματήσουν έγκαιρα τη συμμορία.

Η έφοδος στο υποκατάστημα της τράπεζας Lloyds στην Μπέικερ Στριτ ήταν μέχρι τότε η μεγαλύτερη και πιο φιλόδοξη στην Βρετανία, οι ληστές άνοιξαν με λοστό 260 κιβώτια και έφυγαν με 30 εκατομμύρια λίρες σημερινά χρήματα. Προκλήθηκε σεισμική δόνηση σε ολόκληρο τον τραπεζικό κλάδο και πανικός ανάμεσα στην πλούσια και ισχυρή πελατεία που είχε αποθηκεύσει τα πιο προσωπικά και ίσως και παράνομα, τιμαλφή στα θησαυροφυλάκια.

Από την αρχή, ήταν ξεκάθαρο ότι δεν ήταν μια συνηθισμένη ληστεία. Ήταν πολύ πιο σύνθετη, περίπλοκη και καλοσχεδιασμένη από οτιδήποτε είχε γίνει ποτέ νωρίτερα στη χώρα. Η συμμορία είχε μισθώσει ένα κατάστημα δερμάτινων ειδών δύο πόρτες μακριά από την τράπεζα και πέρασε τρεις μήνες σκάβοντας μεθοδικά μια σήραγγα από το υπόγειο του καταστήματος, που περνούσε κάτω από το γειτονικό εστιατόριο Chicken Inn, μέχρι το θησαυροφυλάκιο.

Η ληστεία απαιτούσε ένα μέχρι τότε πρωτοφανές επίπεδο υπομονής και τεχνογνωσίας από τους ληστές, χρησιμοποιώντας δύσκολο τότε να αποκτηθεί εξοπλισμό ραδιοεπικοινωνιών, εκρηκτικές ύλες, ακριβά μηχανήματα εκσκαφής ακόμη και θερμική λόγχη. Ήταν μια επαγγελματική και προσεκτικά σχεδιασμένη επιχείρηση, που όμως προκαλούσε και κάποιες βασανιστικές ερωτήσεις που ποτέ δεν απαντήθηκαν ικανοποιητικά.

Επειδή αυτοί οι ληστές δεν ήταν εγκληματικοί εγκέφαλοι, έμοιαζε απίστευτη η ληστεία τους. Ήταν μικρο-απατεώνες, μικρο-κλέφτες και απατεώνες που δεν είχαν φτάσει νωρίτερα, ούτε κατά διάνοια, στο επίπεδο της δουλειάς της Μπέικερ Στριτ. Πώς είχε καταφέρει η συμμορία να φτάσει σε τόσο πολύ υψηλό επίπεδο εγκληματικότητας με τέτοια ευκολία;

Ακόμη κι οι δράστες γνώριζαν ότι αυτό που διέπραξαν ήταν εντυπωσιακό, γράφοντας στον τοίχο: «Ας δούμε πώς το λύνει αυτό ο Σέρλοκ Χολμς», μια αναφορά στην ιστορία του Conan Doyle, “The Red-headed League”, στην οποία συμμετέχει ένας ντετέκτιβ που χαλάει μια παρόμοια ληστεία τράπεζας (φωτό).

Η Μητροπολιτική Αστυνομία δεν χρειάστηκε τελικά το μεγαλύτερο ντετέκτιβ του κόσμου και τουλάχιστον μερικοί από τους ενόχους πιάστηκαν τελικά. Ένας από την συμμορία – ο Desmond Wolfe, είχε κάνει το βασικό λάθος να νοικιάσει ένα κατάστημα δερμάτινων ειδών που χρησίμευσε ως βάση τους, με τ’ όνομά του.

Η αστυνομία τελικά εντόπισε τ’ άλλα μέλη της συμμορίας από τις σχέσεις τους με τον Wolfe. Οι Anthony Gavin, Thomas Stephens και Reginald Tucker συνελήφθησαν και καταδικάστηκαν σε 12 χρόνια φυλάκισης για το ρόλο τους στη ληστεία της Μπέικερ Στριτ.

Σε αντίθεση με πολλούς άλλους μεγαλο-εγκληματίες, όπως αυτοί που ήταν πίσω από τη Μεγάλη Ληστεία του Τρένου, η συμμορία παρέμεινε στην αφάνεια με την πάροδο των ετών. Παρότι οργάνωσαν το πιο τολμηρό έγκλημα στη Βρετανική ιστορία του εγκλήματος, κανένας από τους άντρες δεν μίλησε ποτέ. Δεν δόθηκαν μεγάλα ποσά από τις εφημερίδες για να πουν την ιστορία τους, ούτε προσοδοφόρες συμφωνίες για να γράψουν βιβλία. Αφέθηκαν αθόρυβα ελεύθεροι λίγα χρόνια αργότερα και όλοι έπεσαν στην αφάνεια.

Αλλά κανένας από τους δράστες να έμοιαζε ποτέ να είχε ανάγκη από χρήματα. Τίποτα απ’όσα πάρθηκαν από τη ληστεία – χρήματα, κοσμήματα ή ο,τιδήποτε άλλο, δεν ανακτήθηκε ποτέ. Κατόρθωσε η συμμορία με κάποιον τρόπο ν’ανακτήσει τη λεία μετά την απελευθέρωσή τους, κάτω από την μύτη της αστυνομίας; Ή μήπως είχαν αγοραστεί από κάποιον;

Ήταν ερωτήσεις σαν κι αυτές, που ξεκίνησαν μια σειρά από φήμες, κάποιες ανήκουν μάλλον στους μύθους, άλλες όμως είναι λογικές και ανησυχητικές ερωτήσεις που παραμένουν αναπάντητες. Υπήρχε κάτι παραπάνω σε αυτό το τολμηρό έγκλημα απ’όσα φαίνονται με την πρώτη ματιά; Έδωσε η Βρετανική κυβέρνηση στον Τύπο εντολή αποσιώπησης για να τους εμποδίσει να αναφέρουν την πραγματική αλήθεια πίσω από τη ληστεία;

Η αστυνομία πάντα υποψιαζόταν ότι όχι μόνο υπήρχαν κι άλλοι εμπλεκόμενοι, αλλά ότι υπήρχε κάποιος εγκέφαλος πίσω από μια τόσο τολμηρή επιδρομή. Ήταν τέτοιο το κόστος και η πολυπλοκότητά της που φαίνεται απίθανο να είχε σχεδιαστεί από τέτοιους μικρο-κακοποιούς χωρίς τη βοήθεια κάποιου. Το ερώτημα είναι ποιού;

Η εικασία για το ποιος ήταν πραγματικά πίσω από την επιδρομή έχει οδηγήσει σε μερικές εντυπωσιακές θεωρίες. Κι αν ο πραγματικός στόχος των ληστών δεν ήταν λεία, αλλά κάτι ακόμα πιο πολύτιμο;

Μετά την επιδρομή, πολλοί πελάτες δεν βγήκαν ν’ αναφέρουν τι έχασαν. Οι θυρίδες ασφαλείας έχουν σχεδιαστεί ώστε να είναι διακριτικές και συχνά χρησιμοποιούνται για την αποθήκευση ευαίσθητων αντικειμένων και εγγράφων που οι ιδιοκτήτες τους συχνά μάλλον δεν θα παραδέχονταν την ύπαρξή τους. Ήταν ο στόχος κάτι τόσο ευαίσθητο που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να εκβιάσει έναν από τους ισχυρότερους πελάτες;

Η πιο διάσημη εκδοχή αυτής της θεωρίας έγινε μια διασκεδαστική ταινία το 2008 με τίτλο “The Bank Job”. Βασισμένη χαλαρά στη ληστεία της Μπέικερ Στριτ, ισχυρίζεται ότι η Βρετανικές μυστικές υπηρεσίες είχαν προσλάβει την συμμορία για να επιτεθεί στις θυρίδες ασφαλείας της τράπεζας για να ανακτήσει πορνογραφικές φωτογραφίες ενός εξέχοντος μέλους της βασιλικής οικογένειας. Αν και δεν κατονομάζεται, εδώ και δεκαετίες φημολογείται ότι αυτό το μέλος της βασιλικής οικογένειας ήταν η αδελφή της Βασίλισσας Ελισάβετ, Πριγκίππισα Μαργαρίτα (φωτό).

Η Μαργαρίτα είχε ήδη βρεθεί επικίνδυνα κοντά σε σκάνδαλα την δεκαετία του ‘60 και του ‘70. Ήταν διαβόητη για τον άσωτο τρόπο ζωής της και την σχέση της με πολλές κακόφημες και εγκληματικές μορφές. Είναι πολύ πιθανό η MI5, η εσωτερική υπηρεσία πληροφοριών του Ηνωμένου Βασιλείου, να παρακολουθούσε τουλάχιστον την Μαργαρίτα. Ήταν η ληστεία μια επιχείρηση για να αποφευχθεί η δημοσιοποίηση ενός βλαπτικού βασιλικού σκανδάλου;

Η ταινία “The Bank Job” ισχυρίζεται ότι πρόκειται για κάτι περισσότερο από εικασία. Οι σεναριογράφοι Dick Clement και Ian le Frenais λένε ότι βάσισαν το σενάριό τους σε εμπιστευτικές πληροφορίες από έναν δημοσιογράφο ο οποίος ασχολήθηκε με την ιστορία από το 1971.

Στην ταινία μια φιγούρα του υποκόσμου ονόματι Michael X αποθηκεύει στο θησαυροφυλάκιο της Μπέικερ Στριτ ροζ φωτογραφίες της Μαργαρίτας που είχαν τραβηχτεί στο σπίτι διακοπών της στο Μιστίκ (Mustique) με σκοπό να τις χρησιμοποιήσει για να εκβιάσει το Βρετανικό κατεστημένο για να κλείσει τα μάτια στις εγκληματικές του δραστηριότητες.

Εξηγούσε αυτό το πόσο καλά χρηματοδοτήθηκε η επιχείρηση; Τον τρόπο με τον οποίο η αστυνομία έδειχνε απρόθυμη να πιάσει τη συμμορία; Και την εντολή λογοκρισίας για λόγους ασφαλείας (D-notice) που δόθηκε στον Τύπο, εμποδίζοντάς τους ν’ αναφέρουν τι συνέβη πραγματικά;

Υπήρχε σκάνδαλο

Παρά τα τεράστια προνόμιά της, η Πριγκίπισσα Μαργαρίτα ήταν μια τραγική φιγούρα. Η νεώτερη αδερφή της Βασίλισσας δεν θα γινόταν ποτέ η ίδια μονάρχης και δεν κατάφερε να χαράξει κανέναν σημαντικό ρόλο για τον εαυτό της στη Βασιλική ιεραρχία.

Χωρίς αίσθηση κάποιου σκοπού, η νεαρή Πριγκίπισσα ζούσε μια όλο και περισσότερο ηδονιστική ζωή και έγινε διαβόητη για τον αλκοολισμό της, τα πάρτι και τους διαδοχικούς εραστές. Στο καταφύγιό της στο νησί της Καραϊβικής, Μιστίκ, η Μαργαρίτα διασκέδαζε με πληθώρα νεαρών ανδρών, προσωπικότητες της κοινωνίας, ακόμη και εγκληματίες όπως ο διαβόητος γκάνγκστερ John Bindon.

Οι ιστορίες από τα κατορθώματα της Μαργαρίτας στο Μιστίκ είναι θρυλικές. Σε μια περίσταση φωτογράφισε αρκετούς από τους άνδρες φίλους της γυμνούς στην παραλία. Μια άλλη φορά ο Bindon έκανε το διάσημο κόλπο που συνήθιζε στα πάρτι του, που ήταν να κρεμάει 5 ποτήρια μπύρας μισού pint από το πέος του, κάτι που διασκέδαζε πολύ την Μαργαρίτα. Μερικοί βιογράφοι πιστεύουν τώρα ότι η Μαργαρίτα είχε ακόμα και σχέση με τον Bindon, κάτι που κατά καιρούς καυχιόταν ο ίδιος για τον εαυτό του.

Ό,τι και να συνέβαινε, είχε ήδη εκτεθεί. Μια φωτογραφία της Μαργαρίτας με τον τότε καταζητούμενο εγκληματία Bindon (φωτό) κυκλοφορούσε ευρέως στα δημοσιογραφικά γραφεία της Φλιτ Στριτ, αν και στην πραγματικότητα δεν τυπώθηκε στις εφημερίδες παρά πολλά χρόνια αργότερα. Μία τέτοια φωτογραφία ήταν από μόνη της ένα σκάνδαλο, υπήρχαν όμως ακόμη πιο πρόστυχες φωτογραφίες;

Λαμβάνοντας υπόψη αυτά που ήδη γνωρίζουμε για την Πριγκίπισσα Μαργαρίτα, είναι ασφαλώς πιθανό να υπήρχαν αρκετά ακραίες φωτογραφίες ώστε να χρησιμοποιηθούν για εκβιασμούς ή να προκαλέσουν ένα μεγάλο δημόσιο σκάνδαλο. Στο “The Bank Job”, ακριβώς τέτοιες φωτογραφίες βρίσκονται στην κατοχή ενός προσώπου του υποκόσμου ονόματι Michael X.

Ο Michael X,με πραγματικό όνομα το Michael De Freteis,ήταν ένας γκάνγκστερ του Λονδίνου, έμπορος ναρκωτικών και ιδιοκτήτης παραγκουπόλεων στη δεκαετία του 1960 και του ‘70. Ο X έγινε για λίγο διάσημος στα τέλη της δεκαετίας του ‘60 ιδρύοντας στο Λονδίνο ένα παράρτημα του Black Power κινήματος και για λίγο διάστημα αποθέωθηκε στον Τύπο από πρόσωπα όπως ο John Lennon και η Yoko Ono (φωτό – o Michael X με τον Lennon και την Ono).

Σύμφωνα με την ταινία “The Bank Job”, ο Michael X κατείχε στην θυρίδα ασφαλείας στην τράπεζα της Μπέικερ Στριτ, αποκαλυπτικές φωτογραφίες της Μαργαρίτας που είχαν τραβηχθεί στο Μιστίκ.

Σχεδίαζε να τις χρησιμοποιήσει ως υλικό εκβιασμού για να αποτρέψει τη δίωξή του για εγκληματικές δραστηριότητες. Φοβούμενοι ένα σημαντικό εθνικό σκάνδαλο εάν δημοσιοποιηθούν, η MI5 διατάζει την επιδρομή για να τις ανακτήσει.

Λίγο μετά τη ληστεία το 1971, στον Michael X επιτράπηκε να εγκαταλείψει την Αγγλία για την πατρίδα του, το Τρινιντάντ, παρά το γεγονός ότι επρόκειτο να δικαστεί για εκβιασμό. Λίγους μήνες αργότερα, το κοινόβιο που ξεκίνησε εκεί κάηκε υπό μυστηριώδεις συνθήκες.

Η ιστορία είχε μοιραίες συνέπειες για τον Michael X. Όταν η αστυνομία ανακάλυψε τα σφαγμένα πτώματα δύο μελών του κοινοβίου θαμμένα σε πρόχειρους τάφους στο οικόπεδο, κατηγορήθηκε για τις δολοφονίες τους και απαγχονίστηκε για το έγκλημα το 1975.

Παρόλο που υπάρχουν ελάχιστα ή και καθόλου αδιάσειστα αποδεικτικά στοιχεία δημοσίως για το σενάριο που απεικονίζεται στο “The Bank Job”, οι σεναριογράφοι της ταινίας Dick Clement και Ian Le Frenais, λένε ότι είχαν έναν πληροφοριοδότη σαν το Βαθύ Λαρύγγι (στο σκάνδαλο Γουότεργκειτ) ο οποίος συμμετείχε στην αρχική έρευνα επιβεβαιώνοντας τα γεγονότα που απεικονίζονται στην ταινία.

Αυτός ο πληροφοριοδότης ήταν στην πραγματικότητα ο δημοσιογράφος της Evening Standard, George McIndoe, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι έμαθε για τις αποκαλυπτικές φωτογραφίες όταν γνώρισε δύο μέλη της συμμορίας της Μπέικερ Στριτ τη δεκαετία του 1970. Καθώς κανένας από τους ίδιους τους δράστες δεν μίλησε δημόσια και με τον Michael X νεκρό, είναι σαφώς δύσκολο να επιβεβαιωθούν όσα είπε ο McIndoe στους συγγραφείς.

Ωστόσο, υπάρχει ένα περίεργο στοιχείο. Το αρχείο του Micheal X στην MI5 είναι κλειδωμένο μέχρι το 2054, 83 χρόνια μετά τη ληστεία και 79 χρόνια μετά το θάνατό του. Η μυστικότητα όσον αφορά τον φάκελο ενός άγνωστου γκάνγκστερ του Λονδίνου φαίνεται αδικαιολόγητη. Θα μπορούσε να υπάρχει κάτι τόσο εκρηκτικό σε αυτά τα αρχεία που θα ήταν ενοχλητικό ακόμα και  δεκαετίες μετά τον θάνατο όλων των εμπλεκομένων;

Αργότερα, εμφανίστηκε μια πολύ πιο απειλητική παραλλαγή της θεωρίας του βασιλικού σκανδάλου. Ο Brian Reader, μέλος της συμμορίας που δεν συνελήφθη από την αστυνομία το 1971, λέει ότι οι άνδρες βρήκαν στις θυρίδες ασφαλείας αποκρουστικές φωτογραφίες παιδικής σεξουαλικής κακοποίησης που ενέπλεκαν εξέχοντες πολιτικούς.

Ο ηλικιωμένος τώρα Reader έκανε αυτούς τους ισχυρισμούς στη δίκη του για συμμετοχή σε μια άλλη διάσημη ληστεία, το ληστεία το 2015 στις θυρίδες ασφαλείας στο Hatton Garden (φωτό) του Λονδίνου. Λέει ότι η συμμορία της Μπέικερ Στριτ ήταν τόσο αηδιασμένη από τις φωτογραφίες που τις άφησαν σκορπισμένες στο πάτωμα της θυσαυροφυλάκιου για να τις βρει η αστυνομία.

Εάν αυτό είναι αλήθεια, το σκάνδαλο που θα προέκυπτε θα ξεπερνούσε κατά πολύ ακόμα και τις πρόστυχες φωτογραφίες ενός εξέχοντος μέλους της βασιλικής οικογένειας. Οι ισχυρισμοί ότι υπάρχει συστηματική συγκάλυψη κυκλώματος παιδοφιλίας στο υψηλότερο επίπεδο της Βρετανικής πολιτικής σκηνής εξακολουθεί να υφίστανται ακόμη και σήμερα. Εάν τα στοιχεία για ένα τέτοιο κύκλωμα είχαν βρεθεί διάσπαρτα στο πάτωμα ενός θυσαυροφυλάκιου τράπεζας το 1971, θα είχε σίγουρα κρατηθεί μυστικό από τις αρχές.

Ο ρόλος των Βρετανικών μυστικών υπηρεσιών σε ένα τέτοιο σενάριο θα μπορούσε να λάβει δύο μορφές. Η πρώτη είναι ότι η επιδρομή ήταν ένα κόλπο ενορχηστρωμένο από αυτές για να προκαλέσει ευκαιρίες για εκβιασμό υψηλόβαθμων πολιτικών.

Πιθανότατα ανακαλύπτοντας το υλικό μετά την ληστεία, η ΜΙ5 έσπευσε να βοηθήσει στην συγκάλυψη και να εξασφαλίσει ότι δεν θα ξεσπάσει ένα σκάνδαλο που θα μπορούσε ενδεχομένως να ρίξει την ίδια την Βρετανική κυβέρνηση.

Έκαναν τα στραβά μάτια

Το πρωί του Σαββάτου 11 Σεπτεμβρίου 1971, η Μητροπολιτική Αστυνομία γνώριζε δύο ισχυρά στοιχεία σχετικά με τη ληστεία τράπεζας που βρισκόταν σε εξέλιξη κάπου στο Λονδίνο. Πρώτον, οι ένοχοι προσπαθούσαν να σκάψουν για μπουν μέσα σ’ένα θησαυροφυλάκιο με θυρίδες ασφαλείας και δεύτερον, ότι το θυσαυροφυλάκιο αυτό βρισκόταν σε απόσταση ενός μιλίου από το διαμέρισμα του ραδιο-ερασιτέχνη CB, Roberts Rowlands.

Εάν η αστυνομία είχε χρησιμοποιήσει αυτές τις πληροφορίες, σχεδόν σίγουρα θα έπιαναν τους δράστες πριν κατορθώσουν να εισέλθουν στην τράπεζα. Αντ’ αυτού, έστειλαν τους άντρες τους να ψάχνουν πάνω από 170 τράπεζες σε απόσταση 10 μιλίων από το βορειοδυτικό Λονδίνο, μειώνοντας δραματικά τις πιθανότητες να εντοπίσουν εγκαίρως το σωστό σημείο.

Παρ’όλα αυτά, κάποια στιγμή την Κυριακή το πρωί, η αστυνομία έψαξε το υποκατάστημα της τράπεζας Lloyds στην Μπέικερ Στριτ. Με τη συμμορία λίγα μόλις μέτρα μακριά από την πόρτα πάχους 15 ιντσών του θυσαυροφυλακίου, η τράπεζα απορρίφθηκε ως τόπος ληστείας επειδή δεν υπήρχαν ίχνη διάρρηξης.

Αν αυτό ήταν τίμιο λάθος, ανικανότητα ή έκαναν εσκεμμένα τα στραβά μάτια είναι αδύνατο τώρα να το πούμε. Αλλά με την αστυνομία να γνωρίζει από τις εκπομπές στο ραδιόφωνο του Rowlands ότι η συμμορία προσπαθεί να σκάψει για να μπει κατευθείαν στο θησαυροφυλάκιο και όχι να μπει μέσα από την είσοδο, είναι συγκλονιστικό το γεγονός ότι αυτό το ψάξιμο θεωρήθηκε επαρκές για να αποκλειστεί η τράπεζα ως πιθανή τοποθεσία της ληστείας.

Η εντολή λογοκρισίας για λόγους ασφαλείας (D-notice)

Μία από τις πιο επίμονες φήμες σχετικά με τη ληστεία στην τράπεζα Lloyds είναι ότι εκδόθηκε εντολή λογοκρισίας στον Τύπο (D-notice) για να αποφευχθεί η πλήρης αναφορά λεπτομερειών του εγκλήματος.

Μια εντολή λογοκρισίας είναι ένα αίτημα από την κυβέρνηση προς τον Τύπο να μην αναφέρει ένα συγκεκριμένο γεγονός που θεωρείται επικίνδυνο για την εθνική ασφάλεια. Ενώ θεωρητικά είναι εθελοντική, ο Τύπος του Ηνωμένου Βασιλείου σπάνια θα αγνοήσει μια εντολή λογοκρισίας (D-notice), και αρκετές εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται και να ισχύουν και σήμερα.

Δεν αμφισβητείται ότι ένα τέτοιο αίτημα απευθύνθηκε στον Τύπο σχετικά με το ρεπορτάζ τους για τη ληστεία της Μπέικερ Στριτ. Η ληστεία ήταν γνωστή για σχεδόν δύο μέρες πριν δημοσιοποιηθεί η είδηση το πρωί της Δευτέρας 13 Σεπτεμβρίου. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, θεωρείται ότι υπήρχε εντολή λογοκρισίας για να αποφευχθεί οποιαδήποτε ενδεχόμενη ειδοποίηση των εγκληματιών.

Η ληστεία δημοσιοποιήθηκε σε μεγάλη έκταση για λίγο διάστημα, το BBC και ο περισσότερος εθνικής εμβέλειας Τύπος ανέφερε το έγκλημα. Μετά από αυτό, τα νέα της επιδρομής ουσιαστικά εξαφανίστηκαν από τα Βρετανικά μέσα μαζικής ενημέρωσης. Ο ραδιο-ερασιτέχνης Robert Rowlands (φωτό), του οποίου οι ηχογραφήσεις της ληστείας ειδοποίησαν αρχικά την αστυνομία, λέει ότι οι ηχογραφήσεις και ο ραδιοεξοπλισμός του κατασχέθηκαν τότε και εκδόθηκε εντολή για λογοκρισία όσον αφορά τις περαιτέρω αναφορές.

Σε αντίθεση με παρόμοιες ληστείες, οι οποίες παρέμειναν στους τίτλους για μήνες και χρόνια, πολύ λίγα αναφέρθηκαν ξανά για τη ληστεία μέχρι να προκαλέσει δημοσιότητα η κυκλοφορία της ταινίας “The Bank Job” το 2008. Ένα μικρό άρθρο εμφανίστηκε στους Times το 1973 που ανέφερε την καταδίκη των τριών ανθρώπων που συμμετείχαν στην επιδρομή, αλλά αυτό μοιάζει περιέργως μ’ ένα σπάνιο γεγονός για ένα τόσο εντυπωσιακό έγκλημα.

Τα τελευταία χρόνια, η εφημερίδα Daily Mirror αποκάλυψε ότι η ίδια μαζί με άλλες μεγάλες εφημερίδες της εποχής προσεγγίστηκαν από ανώτερους κυβερνητικούς αξιωματούχους και τους ζητήθηκε να παρατήσουν την ιστορία.

Είναι δύσκολο να καταλάβουμε γιατί το έκαναν αν δεν υπήρχε κάποιος λόγος εθνικής ασφάλειας. Καμμία άλλη σημαντική ληστεία τράπεζας στη Βρετανική ιστορία δεν έχει αντιμετωπίσει τους περιορισμούς στην δημοσίευση που φαίνεται να υπάρχουν εδώ.

Ήταν αυτό για να συγκαλυφθεί ο αληθινός σκοπός της ληστείας ή για να συγκαλυφθεί αυτό που οι ληστές λένε ότι ανακάλυψαν στις θυρίδες ασφαλείας και άφησαν να το βρει η αστυνομία;

Παιδικά λάθη

Όταν κάποιος που εργάζεται σε μια μυστική επιχείρηση της MI5 νοικιάζει ένα κατάστημα ως βιτρίνα για τις παράνομες δραστηριότητες του, γενικά δεν το κάνει με τ’ όνομά του, επιτρέποντας την ταχεία σύλληψή του από την αστυνομία.

Ωστόσο, αυτό ακριβώς έκανε το μέλος της συμμορίας, Desmond Wolfe. Με ένα τούνελ που οδηγούσε κατευθείαν από το υπόγειο του καταστήματος δερμάτινων ειδών Le Sac που είχε μισθώσει στο θησαυροφυλάκιο, ουσιαστικά είχε πιαστηκε στα πράσα. Ο Wolfe συνεληφθη σύντομα και μετά ακολούθησαν τα άλλα μέλη της συμμορίας, όλοι γνωστοί συνεργάτες του Wolfe.

Φαίνεται αδιανόητο να ήταν η ΜΙ5 πίσω από ένα τέτοιο σχέδιο, εκτός αν η συμμορία είχε συμφώνησει να πάρει επίτηδες την ευθύνη αντί γι’αυτούς. Διαφορετικά καμμία σοβαρή επιχείρηση μυστικής υπηρεσίας δεν θα έκανε ένα τόσο βασικό λάθος.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ληστεία της Μπέικερ Στριτ ήταν εξαιρετικά εκτελεσμένη σε ορισμένα σημεία, αλλά σε άλλα σημεία, ήταν τσαπατσούλικη και ερασιτεχνική. Επιτρέποντας κάθε λεπτομέρεια του σχεδίου τους να μεταδοθεί μέσω των ραδιοκυμάτων μοιάζει με ένα ακόμα λάθος που δεν είναι χαρακτηριστικό μιας επαγγελματικής επιχείρησης μυστικής υπηρεσίας.

Μέχρι το 1971, το CB ράδιο ήταν ήδη δημοφιλές στην Αμερική και άρχισε να επεκτείνεται στο Ηνωμένο Βασίλειο, παρά το γεγονός ότι τυπικά ήταν παράνομο. Οι ληστές μιλούσαν ο ένας στον άλλο σε ανοικτά κανάλια, επιτρέποντας δυνητικά σε χιλιάδες ανθρώπους στην περιοχή ν’ακούσουν την συνομιλία τους.

Αν η MI5 συμμετείχε στον σχεδιασμό της ληστείας, τότε έκαναν κάποια ανεξήγητα λάθη που οδήγησαν στην σίγουρη σύλληψη των κλεφτών. Η πιθανότητα να κάθισαν να συλληφθούν και να πάνε στη φυλακή ως μέρος μιας συμφωνίας δεν μπορεί να αγνοηθεί, αλλά είναι ένα βαρύ τίμημα για να πληρωθεί όσο ελαφρά κι αν το πλήρωσαν οι δράστες.

Η συνωμοσία της σιωπής

Η θεωρία συνωμοσίας ότι οι Βρετανικές μυστικές υπηρεσίες είχαν εμπλακεί στη ληστεία για να συγκαλύψουν ένα Βασιλικό σκάνδαλο δεν είναι εξωφρενική, αλλά επίσης περιστρέφεται γύρω από την ικανότητά τους να καταπνίξουν την επακόλουθη αναφορά από τον Τύπο χρησιμοποιώντας το σύστημα λογοκρισίας για λόγους ασφαλείας. Εάν έχουν έναν τόσο ισχυρό μηχανισμό για να συγκαλύψουν τις δραστηριότητές τους, τίθεται τότε το ερώτημα γιατί χρειαζόταν καν η ληστεία.

Οι δημοσιογράφοι της δεκαετίας του 1970 γνώριζαν ήδη τι είδους θέματα ήταν εκτός ορίων. Οι χαζομάρες της Πριγκίπισσας Μαργαρίτας στο Μιστίκ ήταν ένα πολυφορεμένο κουτσομπολιό στα δημοσιογραφικά γραφεία της Φλιτ Στριτ, όπως και οι σεξουαλικές τάσεις πολλών άλλων πολιτικών και προσωπικοτήτων της κοινωνίας.

Αλλά όπως και η πολύ συχνά δημόσια συμπεριφορά παιδεραστών, όπως ο Λόρδος Boothby (φωτό) και ο βουλευτής Tom Driberg, ο,τιδήποτε μπορούσε να βλάψει το κατεστημένο δεν αναφερόταν έπειτα από αμοιβαία συμφωνία.

Ακόμα και σήμερα, σκάνδαλα παιδεραστίας πλήττουν το BBC και το Westminister (Βρετανικό κοινοβούλιο). Οι αποκαλύψεις δείχνουν ότι πολλές γνωστές προσωπικότητες του κατεστημένου προστατεύονταν συστηματικά και μια συνωμοσία σιωπής τους εμπόδιζε από το ν’ αποκαλυφθούν. Οι περίτεχνες ληστείες τραπεζών μοιάζουν περιττές υπό αυτές τις περιστάσεις.

Αν σου άρεσε το άρθρο, στηρίξτε μας πατώντας στη σελίδα μας στο facebook