Η ομπρέλα-δηλητήριο που σκότωσε τον Βούλγαρο αντιφρονούντα, Γκεόργκι Μάρκοφ. Ποιος ο ρόλος της KGB;

0

Έχουν περάσει σχεδόν 40 χρόνια από τη δολοφονία του Βουλγάρου αντιφρονούντα Γκεόργκι Μάρκοφ (Georgi Markov), ο οποίος δηλητηριάστηκε στο Λονδίνο στις 7 Σεπτεμβρίου 1978.

Η δολοφονία του Μάρκοφ, μια επιχείρηση που διεξήχθη από τις μυστικές υπηρεσίες της Βουλγαρίας (Darzhavna Sigurnost ή DS) υπό την καθοδήγηση της Σοβιετικής KGB, περιέχει όλα τα απαραίτητα συστατικά ενός κατασκοπευτικού θρίλερ του Ψυχρού Πολέμου: μυστήριο, ίντριγκες, ανώνυμους, απρόσωπους δολοφόνους και ένα κομψό gadget σαν του James Bond που χρησιμοποιήθηκε ως φονικό όπλο.

Η δολοφονία του Μάρκοφ (φωτό) οδήγησε επίσης σε έντονη αγανάκτηση και ανησυχία –στην τελική, σκοτώθηκε στο κέντρο του Λονδίνου, μέρα μεσημέρι, σε ώρα αιχμής, από κομμουνιστές μυστικούς πράκτορες που μπόρεσαν να σκοτώσουν ανενόχλητοι, προτού εξαφανιστούν.

Γεννημένος στη Σόφια το 1929, ο Γκεόργκι Μάρκοφ σπούδασε βιομηχανική χημεία στο πανεπιστήμιο κατά τη δεκαετία του 1940, πριν εργαστεί ως χημικός μηχανικός και δάσκαλος σε τεχνικό σχολείο.

Ωστόσο, η αληθινή αγάπη του Μάρκοφ ήταν η λογοτεχνία και κατάφερε να γίνει αναγνωρισμένος μυθιστοριογράφος, θεατρικός συγγραφέας και τηλεοπτικός σεναριογράφος.

Πολλά από τα έργα του ασκούσαν κριτική στην κομμουνιστική Βουλγαρία – ο Μάρκοφ είχε περιγράψει το μυθιστόρημά του “The Great Roof” ως «σύμβολο μιας σκεπής από ψέματα… που το κομμουνιστικό καθεστώς έχει κατασκευάσει πάνω από τη Βουλγαρία» – και ως εκ τούτου, απαγορευόταν συχνά η δημοσίευση των έργων του.

Το 1969 Markov έφυγε από τη Βουλγαρία για τη Δύση, ταξιδεύοντας πρώτα στην Ιταλία πριν μετακομίσει στο Λονδίνο το 1970, όπου έμαθε αγγλικά και εργάστηκε ως παρουσιαστής και δημοσιογράφος στο Βουλγάρικο τμήμα της Παγκόσμιας Υπηρεσίας του BBC, στην Deutsche Welle και στο Radio Free Europe.

Αρκετά από τα μυθιστορήματα του Μάρκοφ δημοσιεύθηκαν και τα έργα του ανέβηκαν στο θέατρο του Ηνωμένου Βασιλείου με μεγάλη επιτυχία κατά την διάρκεια της δεκαετίας του 1970.

Η αυτομόληση του Μάρκοφ (φωτό) στη Δύση σήμαινε ότι έγινε γρήγορα persona non grata στη Βουλγαρία. Το 1972 η ιδιότητά του ως μέλος της Ένωσης Βουλγάρων Συγγραφέων αναστάλθηκε και καταδικάστηκε (ερήμην) σε ποινή φυλάκισης έξι ετών για την αυτομόλησή του.

Τα ήδη δημοσιευμένα έργα του Μάρκοφ αποσύρθηκαν από τις βιβλιοθήκες και τα βιβλιοπωλεία και το όνομα του δεν επιτρεπόταν να αναφερθεί στα επίσημα Βουλγάρικα μέσα μαζικής ενημέρωσης μέχρι το 1989.

Ακόμα και από μακρυά όμως ο Μάρκοφ αποδείχτηκε ένα μόνιμο αγκάθι στα πλευρά του Βουλγαρικού Κομμουνιστικού Κόμματος επικρίνοντας το καθεστώς σε ραδιοφωνικές εκπομπές στη Βουλγάρικη υπηρεσία του BBC.

Μεταξύ του 1975 και του 1978 ο Μάρκοφ εργάστηκε σε μια σειρά «Εξ Αποστάσεως» ρεπορτάζ- αναλύσεων της ζωής στην Κομμουνιστική Βουλγαρία, η οποία μεταδιδόταν εβδομαδιαίως στο Radio Free Europe.

Η συνεχιζόμενη κριτική του για την κομμουνιστική κυβέρνηση και οι προσωπικές επιθέσεις εναντίον του ηγέτη του κόμματος, Τοντόρ Ζίβκοβ, κατέστησαν τον Μάρκοβ  εχθρό του καθεστώτος.

Πρόσφατα αποχαρακτηρισμένη επιστολή, που στάλθηκε από την DS στην KGB το 1975 κατήγγειλε ότι οι ραδιοφωνικές εκπομπές του Μάρκοφ  «περιγελούσαν θρασύτατα» το κομμουνιστικό κόμμα και «ενθάρρυναν την διαφωνία» στη Βουλγαρία.

Η DS διατηρούσε αρχείο παρακολούθησης του Μάρκοφ χρησιμοποιώντας το κωδικό όνομα “Wanderer” (περιπλανώμενος) ενώ και στο Λονδίνο δεχόταν τηλεφωνικά πολλές απειλές για την ζωή του.

Ο εκδότης του Μάρκοφ, David Farrer, δήλωσε αργότερα ότι «ο Markov γνώριζε ότι οι δραστηριότητές του τον καθιστούσαν πιθανό στόχο δολοφονικής επίθεσης».

 

Η περίπτωση της ομπρέλας-δηλητήριο.

Το πρωί της 7ης Σεπτεμβρίου 1978, ο Γκεόργκι Μάρκοφ βρισκόταν στο δρόμο πηγαίνοντας στην δουλειά του στο BBC. Ενώ περίμενε σε στάση λεωφορείου κοντά στη γέφυρα του Waterloo μαζί με αρκετούς άλλους που μετακινούνταν, ένιωσε έναν ξαφνικό, οξύ πόνο στο πίσω μέρος του δεξιού μηρού του, τον οποίο αργότερα χαρακτήρισε «παρόμοιο με τσίμπημα εντόμου».

Ένας άνδρας σε κοντινή απόσταση (που περιέγραψε ως «παχύ με ξενική προφορά») έσκυψε και γρήγορα σήκωσε μια ομπρέλα από το έδαφος, μουρμούρισε «συγγνώμη», πριν διασχίσει βιαστικά το δρόμο μπαίνοντας σ’ ένα ταξί.

Μετά από προσεκτικότερη εξέταση, αφού έφτασε στη δουλειά, ο Μάρκοφ ανακάλυψε ένα μικρό, κόκκινο εξόγκωμα στο πίσω μέρος του ποδιού του. Κατά τη διάρκεια της εργάσιμης ημέρας αισθανόταν σταδιακά όλο και πιο άρρωστος και εισήχθη στο νοσοκομείο το ίδιο βράδυ, υποφέροντας από υψηλό πυρετό. Πέθανε λίγες μέρες αργότερα, στις 11 Σεπτεμβρίου.

Ο Γκεόργκι Μάρκοφ είχε δηλητηριαστεί από ένα μικρό σφαιρίδιο που είχε βληθεί στο πόδι του εκείνο το μοιραίο πρωί. Κατά τη διάρκεια της επακόλουθης αυτοψίας, οι ιατροδικαστές παθολόγοι ανακάλυψαν ένα μεταλλικό σφαιρίδιο στο μέγεθος κεφαλιού καρφίτσας να είναι ενσωματωμένο στο πόδι του, που περιείχε τρύπες στις άκρες του (φωτό) οι οποίες σχημάτιζαν ένα «Χ» στο εσωτερικό του σφαιριδίου.

Το σφαιρίδιο περιείχε 0.2mg του θανατηφόρου δηλητηρίου Ρικίνη (Ricin) και ήταν επικαλυμμένο με ζάχαρη σχεδιασμένη να λιώσει στους 37 βαθμούς Κελσίου (την θερμοκρασία του ανθρώπινου σώματος), όταν θα απελευθέρωνε το δηλητήριο στο κυκλοφορικό σύστημα.

Η υποψία ότι μια ειδικά σχεδιασμένή «ομπρέλα-όπλο» είχε χρησιμοποιηθεί ως φονικό όπλο οδήγησε στο να ονομαστεί η δολοφονία του Μάρκοφ «Η περίπτωση της δηλητηριασμένης ομπρέλας».

Διαγράμματα παρουσιάστηκαν για να δείξουν πώς μια ομπρέλα μπορεί να μετατραπεί σε φονικό όπλο με μια «δηλητηριασμένη άκρη», και πρώην αξιωματικοί της KGB έκτοτε έχουν υποστηρίξει ότι μια τέτοια συσκευή είχε πράγματι σχεδιαστεί.

Ωστόσο, οι μετέπειτα θεωρίες προτείνουν ότι το δηλητηριώδες σφαιρίδιο μπορεί να έχει χορηγηθεί απευθείας με βελόνα για υποδόρια ένεση ή βλήθηκε στο πόδι του Μάρκοφ με ειδικά προσαρμοσμένο στυλό, με την ομπρέλα να ρίχτηκε εκεί κοντά ως αντιπερισπασμός.

Μετά τη νεκροψία, το πόρισμα των ιατροδικαστών κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Μάρκοφ είχε «σκοτωθεί παράνομα».

 

Η Δολοφονία

Τα στοιχεία δείχνουν ότι η δολοφονία του Μάρκοφ διατάχθηκε από τα υψηλότερα κλιμάκια, με πλήρη γνώση και εμπλοκή τόσο της Βουλγάρικης DS όσο και της Σοβιετικής KGB.

Πριν από τα γεγονότα της 7ης Σεπτεμβρίου 1978, η DS είχε ζητήσει συμβουλές από την KGB για τον καλύτερο τρόπο «εξουδετέρωσης» του Μάρκοφ  και είχαν ήδη πραγματοποιηθεί δύο προσπάθειες δολοφονίας του: μία φορά όταν τοξίνη έπεσε στο ποτό του σε ένα dinner party και η άλλη απόπειρα κατά της ζωής του έγινε όταν επισκέφθηκε την Σαρδηνία. Και οι δύο απέτυχαν.

Έχει προταθεί ότι η ημερομηνία που επιλέχθηκε για την τρίτη απόπειρα δολοφονίας – 7 Σεπτεμβρίου – ήταν επειδή τότε ήταν τα γενέθλια του Ζίβκοβ και η δολοφονία του Μάρκοφ θα λειτουργούσε ως ένα είδος «δώρου» στον Βούλγαρο ηγέτη.

Πρόσφατα αποχαρακτηρισμένα αρχεία της μυστικής υπηρεσίας της Βουλγαρίας επιβεβαίωσαν τη στενή συνεργασία μεταξύ της DS και της KGB, αν και οι εκπρόσωποι της KGB επιθυμούσαν να εξασφαλίσουν ότι δεν θα υπήρχε «ίχνος» που να συνδέει άμεσα το θάνατο του Μάρκοφ με τη Μόσχα.

Ωστόσο, τα αρχεία δείχνουν ότι δύο υψηλού επιπέδου αντιπροσωπείες των μυστικών υπηρεσιών της Βουλγαρίας επισκέφθηκαν τη Μόσχα τους μήνες πριν τη δολοφονία, όπου η δυναμική της υπόθεσης Μάρκοφ συζητήθηκε λεπτομερώς με τεχνικούς εμπειρογνώμονες των εργαστηρίων της KGB.

Σύμφωνα με τα αρχεία, ο Δανός Francesco Gullino (φωτό), με την κωδική ονομασία “Piccadilly”, προσελήφθη από την DS για να δράσει ως δολοφόνος, με τ’ αρχεία να τεκμηριώνουν επίσης την εκπαίδευση και μια σειρά πληρωμών που έγιναν προς τον “Picadilly”.

Ακόμη και σήμερα, το μυστήριο και η διαμάχη εξακολουθούν να περιβάλλουν τον θάνατο του Μάρκοφ. Το 2010 το περιοδικό TIME περιέλαβε τη δολοφονία του Μάρκοφ ως ένα από τα «Top 10 Σχέδια Δολοφονίας» και το 1998, ο πρόεδρος της Βουλγαρίας Πέτερ Σταγιάνοφ περιέγραψε τη δολοφονία ως «μία από τις σκοτεινότερες στιγμές» στην κομμουνιστική Βουλγαρία.

Ποτέ δεν έχουν απαγγελθεί κατηγορίες, παρά το ανανεωμένο ενδιαφέρον για την υπόθεση κατά την μεταψυχροπολεμική περίοδο. Τον Σεπτέμβριο του 2008 μια ομάδα ειδικών της αντιτρομοκρατικής από την Scotland Yard ταξίδεψε στη Βουλγαρία για να αποκτήσει πρόσβαση σε αρχειοθετημένα έγγραφα για την υπόθεση Μάρκοφ.

Ωστόσο, πολλά από τα στοιχεία έχουν καταστραφεί, οδηγώντας σε κατηγορίες για Βουλγάρικη συγκάλυψη – το 1992 ο στρατηγός Βλαντιμίρ Τοντόροφ, πρώην αρχηγός της Βουλγάρικης Υπηρεσίας Πληροφοριών, καταδικάστηκε σε 16 μήνες φυλάκισης για την καταστροφή 10 τόμων υλικού σχετικά με το θάνατο του Μάρκοφ, ενώ άλλα δύο άτομα που υπονοείται ότι συμμετείχαν στη δολοφονία, πέθαναν κάτω από μυστηριώδεις συνθήκες την δεκαετία του 1990.

Οι Βούλγαροι εισαγγελείς έχουν πλέον επίσημα κλείσει την έρευνα, σύμφωνα με νομοθεσία που επιτρέπει ανεξιχνίαστες ποινικές υποθέσεις να παραγράφονται μετά από 30 χρόνια.

Το ενδιαφέρον είναι ότι δέκα μέρες πριν από τη δολοφονία του Μάρκοφ, μια παρόμοια απόπειρα δολοφονίας πραγματοποιήθηκε σ’έναν άλλο Βούλγαρο εξόριστο, τον Βλαντιμίρ Κοστόφ, ενώ περίμενε σε σταθμό του μετρό στο Παρίσι.

Όπως και ο Μάρκοφ, ο Κοστόφ έκανε υψηλό πυρετό και νοσηλεύτηκε, όπου οι γιατροί βρήκαν το ίδιο είδος μεταλλικού σφαιριδίου ενσωματωμένο στο δέρμα του.

Σ’αυτή την περίπτωση, όμως, ο Κόστοφ επέζησε: πιθανώς επειδή δεν είχε βληθεί εξ επαφής, πιθανώς επειδή η επικάλυψη του σφαιριδίου δεν είχε διαλυθεί πλήρως, πράγμα που σημαίνει ότι μόνο μια μικρή ποσότητα Ρικίνης κατάφερε να εισέλθει στο αίμα του ή ίσως επειδή φορούσε ένα χοντρό πουλόβερ την ημέρα της επίθεσης, το οποίο μπορεί να παρείχε αρκετή αντίσταση ώστε να αποτρέψει το σφαιρίδιο να εισχωρίσει πλήρως στο δέρμα του.

Ωστόσο, η υπόθεση του Κοστόφ υποδηλώνει ότι η επίθεση εναντίον του Μάρκοφ (φωτό) μπορεί να μην ήταν μια μεμονωμένη περίπτωση, αλλά ίσως προοριζόταν ως μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής που αποσκοπούσε στην «σίγαση» των ενοχλητικών αντιφρονούντων στο εξωτερικό.

Στην εποχή μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, συναντάμε: τη δηλητηρίαση από διοξίνη του ηγέτη της Ουκρανικής αντιπολίτευσης (και αργότερα Προέδρου) Βίκτορ Γιουτσένκο πριν τις εκλογές του 2004,την ανεξιχνίαστη δολοφονία της Ρωσίδας δημοσιογράφου και ακτιβίστριας ανθρωπίνων δικαιωμάτων, Άννα Πολίτοφσκαγια, τον θάνατο από δηλητηρίαση από ραδιενέργεια μετά από έκθεση σε πολώνιο του πρώην αξιωματικού της KGB και της FSB, Αλεξάντερ Λιτβινένκο το Νοέμβριο του 2006 στο Λονδίνο, και την πρόσφατη δηλητηρίαση του Σεργκέι Σκριπάλ και της κόρης του στο Salisbury της Αγγλίας.

Αυτές οι περιπτώσεις προκάλεσαν νέες συγκρίσεις με την υπόθεση Μάρκοφ, δηλώνοντας ότι όσον αφορά τις πολιτικές δολοφονίες, οι παλιές συνήθειες της κομμουνιστικής εποχής είναι δύσκολο να κοπούν.

Απάντηση