Ο επιστήμονας του Πινοσέτ που κατασκεύαζε αέριο σαρίν και μαύρη κοκαΐνη. Ποιος σκότωσε τον Eugenio Berrios;

Στις 15 Νοεμβρίου 1992, ένας τρομοκρατημένος επιστήμονας -παγιδευμένος μέσα σε ένα λευκό μπανγκαλόου στην παραλιακή πόλη της Ουρουγουάης Parque del Plata- έσπασε ένα παράθυρο με σκοπό να αποδράσει. Παχουλός, γύρω στα 45, ο άνδρας αγωνίστηκε να βγει από το άνοιγμα. Μόλις βγήκε έξω, κρυφά και αργά, κινήθηκε στους δρόμους της πόλης με κατεύθυνση το τοπικό αστυνομικό τμήμα.

«Είμαι Χιλιανός πολίτης», δήλωσε ο επιστήμονας στην αστυνομία. Τράβηξε ένα διπλωμένο φωτοαντίγραφο της ταυτότητάς του που έκρυβε στο δεξί του παπούτσι. «Έχω απαχθεί από τους στρατούς της Ουρουγουάης και της χώρας μου», ισχυρίστηκε.

Ο Αουγκούστο Πινοσέτ (φωτό), κατέλαβε την εξουσία στην Χιλή με πραξικόπημα που υποστήριξαν οι Η.Π.Α. το 1973 και συνέβαλε στη δημιουργία της Επιχείρησης Κόνδωρ, μιας δολοφονικής εκστρατείας στη Λατινική Αμερική, ακόμη και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο Πινοσέτ πέθανε το 2006.

Ο επιστήμονας, γεμάτος με γκρίζα γένια, δήλωσε ότι φοβόταν για τη ζωή του. Επέμενε ότι είχε διαταχθεί η δολοφονία του από τον στρατηγό Αουγκούστο Πινοσέτ, τότε αρχηγό του στρατού της Χιλής, ο οποίος κυβερνούσε δικτατορικά από το 1973 έως το 1990.

Το κίνητρο για την εντολή της εκτέλεσης ήταν η αναμενόμενη κατάθεσή του σε μια πολιτικά ευαίσθητη δίκη στη Χιλή, μια υπόθεση που θα μπορούσε να έχει απόηχο μέχρι την Ουάσινγκτον, και πιθανώς να έφερνε σε αμηχανία τον άνθρωπο που τον Νοέμβριο του 1992 εξακολουθούσε να κατοικεί στο Λευκό Οίκο, τον George H.W. Bush.

Ο επιστήμονας εργάστηκε ως συνεργός σε μια τρομοκρατική εκστρατεία που περιλάμβανε τους θανάτους από έκρηξη βόμβας του Χιλιανού αντιφρονούντα Orlando Letelier και της Αμερικανίδας βοηθού του, Ronni Moffitt ενώ κατευθύνονταν οδικώς στην δουλειά τους στην Ουάσινγκτον το 1976. Η τρομοκρατική επίθεση στην πρωτεύουσα της Αμερικής είχε συμβεί όταν ο George H.W. Bush ήταν διευθυντής της CIA, παρά τις προειδοποιήσεις προς την CIA σχετικά με το σχέδιο.

 

Ο «ανισόρροπος» Χιλιανός

Η αστυνομία στο Parque del Plata, μια παραλιακή πόλη περίπου 30 χιλιόμετρα από την πρωτεύουσα της Ουρουγουάης, Μοντεβιδέο, δεν ήταν σίγουρη για το τι έπρεπε να κάνει με την περίπλοκη ιστορία αυτού του ανθρώπου.

Ένας αξιωματικός του στρατού της Ουρουγουάης τους είχε προειδοποιήσει νωρίτερα ότι ένας «ανισόρροπος» Χιλιανός κρατούμενος ήταν ελεύθερος. Ο επιστήμονας, ο οποίος είχε δραπετεύσει από ένα σπίτι που ανήκε σε αξιωματικό του στρατού της Ουρουγουάης, ήταν προφανώς αυτός ο άνδρας.

Αλλά το ζήτημα βγήκε γρήγορα από τον έλεγχο των τοπικών αρχών. Μισή ώρα μετά την άφιξη του άνδρα, ένοπλοι και ένστολοι Ουρουγουανοί στρατιώτες εισέβαλαν στο αστυνομικό τμήμα και πήραν τον έλεγχο. Επικεφαλής τους ήταν ο επικεφαλής της τοπικής αστυνομίας, ο συνταξιούχος συνταγματάρχης του στρατού, Ramon Rivas.

Ο Rivas διέταξε την παράδοση του Χιλιανού επιστήμονα στους στρατιώτες. Η αστυνομία ενημερώθηκε ότι δύο αξιωματικοί του στρατού της Ουρουγουάης θα συνόδευαν τον επιστήμονα από την Ουρουγουάη στη Βραζιλία. Αντιμέτωποι με στρατιώτες που κρατούσαν τυφέκια, η αστυνομία υποχώρησε. Ο επιστήμονας απομακρύνθηκε.

Από εκείνη τη στιγμή, εξελίχθηκε σε ένα πολύπλοκο μυστήριο απαγωγής-δολοφονίας, με απίθανες ανατροπές και στροφές, ένα προφανές τρικ παραπληροφόρησης, ωμής πολιτικής εξουσίας, φρικαλέας ανακάλυψης και, τέλος, εγκληματολογικής επιστήμης.

Η εξαφάνιση του επιστήμονα, ενός βιοχημικού ονόματι Eugenio Berrios, είχε επίσης σχέση με τις μεταγενέστερες νομικές μάχες που επιδίωκαν να καταστήσουν τον Pinochet υπεύθυνο για χιλιάδες υποθέσεις παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατά τη διάρκεια της θητείας του ως δικτάτορα της Χιλής και για μια διεθνή τρομοκρατική εκστρατεία που κυνηγούσε αντιπάλους των δικτατοριών στη Χιλή και σε άλλες χώρες της Νότιας Αμερικής κατά την δεκαετία του 1970.

Η υπόθεση υπογράμμιζε επίσης τη διαχρονική δύναμη των ακροδεξιών αξιωματικών του στρατού στις εύθραυστες δημοκρατίες της Νότιας Αμερικής και τη δυσκολία της Χιλιανής δικαιοσύνης να δικάσει τον Πινοσέτ.

 

Το δηλητηριώδες αέριο

Το μυστήριο του Εουχένιο Μπέριος (Eugenio Berrios -φωτό) ξεκινά το 1974 όταν άρχισε να κάνει επιστημονική έρευνα για τη τρομερή υπηρεσία πληροφοριών της Χιλής, την DINA.

Ο Berrios συνεργάστηκε στενά με έναν γεννημένο στην Αμερική πράκτορα της DINA, τον Michael Townley, σε μια μυστική μονάδα γνωστή με τ’όνομα “Quetropilla”. Η έδρα της ήταν σε μια πολυεπίπεδη κατοικία -η οποία καταχωρήθηκε στ’όνομα του Townley αλλά αγοράστηκε από την DINA – στο Lo Currro , μια δασώδη γειτονιά της μεσαίας τάξης στο Σαντιάγκο της Χιλής.

Μία από τις δουλειές του Berrios ήταν η ανάπτυξη του αερίου σαρίν που θα μπορούσε να συσκευαστεί σε μπουκάλια σπρέι για χρήση σε δολοφονίες. Οι αξιωματούχοι της DINA πίστευαν ότι το αέριο νεύρων θα μπορούσε να δημιουργήσει θανατηφόρα συμπτώματα που θα μπορούσαν να συγχέονται με φυσικά αίτια (πχ. ανακοπή καρδιάς), ενώ παράλληλα θα έδιναν χρόνο για να διαφύγουν οι επιτιθέμενοι.

Η ανάγκη για εξελιγμένες δολοφονικές συσκευές έγινε όλο και πιο σημαντική για τις μυστικές υπηρεσίες του Πινοσέτ, όταν έστρεψαν το βλέμμα τους  προς τους πολιτικούς εχθρούς που κατοικούσαν στο εξωτερικό το 1975.

Τον Σεπτέμβριο του 1975, ο αρχηγός της DINA, Manuel Contreras ξεκίνησε ένα διεθνές δολοφονικό σχέδιο που ονομάζεται Επιχείρηση Κόνδωρ (Operation Condor), η οποία πήρε τ’ όνομά της από το δυναμικό όρνιο που διασχίζει τα βουνά των Άνδεων από την Κολομβία μέχρι τα Στενά του Μαγγελάνου. Η θεωρία πίσω από τον Κόνδωρα ήταν ότι οι εχθροί των στρατιωτικών δικτατοριών της Νότιας Αμερικής έπρεπε να κυνηγηθούν όπου και αν αναζητούν καταφύγιο, είτε στα έθνη των συμμετεχουσών κυβερνήσεων είτε αλλού.

Τον Οκτώβριο του 1975, αφού ζήτησε 600.000 δολάρια σε ειδικά κονδύλια από τον Πινοσέτ, ο Contreras προήδρευσε της οργανωτικής συνάντησης της επιχείρησης Κόνδωρ με τους αρχηγούς των στρατιωτικών υπηρεσιών πληροφοριών της Αργεντινής, της Ουρουγουάης, την Παραγουάης και τη Βραζιλίας. Μετά τη συνάντηση, οι υπηρεσίες πληροφοριών αύξησαν τον διακρατικό τους συντονισμό. Περισσότεροι από 100 Χιλιανοί εντοπίστηκαν και επέστρεψαν στη Χιλή για να εκτελεστούν. Άλλοι δολοφονήθηκαν εκεί όπου βρέθηκαν.

Σύμφωνα με μεταγενέστερη κατάθεση του πράκτορα της DINA, Townley, ο Berrios συνέβαλε σημαντικά σ’αυτόν τον σκοπό τον Απρίλιο του 1976, αναδημιουργώντας το σαρίν, ένα δηλητηριώδες αέριο νεύρων που εφευρέθηκε από τους Ναζί κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Ο Townley είπε ότι το αρχικό σχέδιο για τη δολοφονία του Orlando Letelier-που ήταν Υπουργός Εξωτερικών της δημοκρατικά εκλεγμένης αριστερής κυβέρνησης του Σαλβαδόρ Αλιέντε, ο οποίος ανατράπηκε και σκοτώθηκε στο πραξικόπημα του Πινοσέτ το 1973 – ήταν να χρησιμοποιήσει γυναίκα μυστική πράκτορα για να αποπλανήσει τον ευγενή πρώην διπλωμάτη και στη συνέχεια να χορηγήσει σαρίν σε υγρή μορφή κρυμμένο μέσα σε ένα μπουκάλι αρώματος Chanel. Αλλά ο Berrios προμήθευσε επίσης την επιχείρηση με εκρηκτικούς μηχανισμούς σε περίπτωση που το αέριο νεύρων αποδειχθεί ανεφάρμοστο.

Τον Σεπτέμβριο του 1976, ο Townley εισήλθε στις Ηνωμένες Πολιτείες με επίσημο Χιλιανό διαβατήριο με ψεύτικο όνομα. Επικοινώνησε με αντι-Καστρικούς Κουβανούς και δέχτηκε τη βοήθειά τους για να κυνηγήσουν τον Letelier, έναν δυναμικό επικριτή του Πινοσέτ. Οι Κουβανοί αρνήθηκαν να συμμετάσχουν εκτός κι αν οι Χιλιανοί είχαν άμεσο ρόλο στη δολοφονία. Τότε, ο Townley άλλαξε σχέδιο και αντί για δηλητήριο επέλεξε αυτοκίνητο-βόμβα.

Οι δολοφόνοι ταξίδεψαν στην Ουάσινγκτον, όπου ο εξόριστος Letelier ζούσε και εργαζόταν σε ένα κεντρο-αριστερό think-tank, το Ινστιτούτο Πολιτικών Μελετών (Institute of Policy Studies). Έκρυψαν τη βόμβα κάτω από το αυτοκίνητο του Letelier και ακολούθησαν τον Letelier καθώς αυτός και οι δύο Αμερικανοί συνεργάτες του οδηγούσαν προς τα γραφεία του IPS στις 21 Σεπτεμβρίου 1976.

Καθώς το αυτοκίνητο περνούσε τα περίτεχνα κτίρια της Embassy Row στην Massachusetts Avenue, οι δολοφόνοι πυροδότησαν τη βόμβα. Ο Letelier και μια Αμερικανίδα, η Ronni Moffitt, πέθαναν από την έκρηξη. Ο σύζυγος της Moffitt τραυματίστηκε.

 

Η CIA του Μπους

Παρά τα επίσημα αιτήματα, η CIA του Τζορτζ Μπους παρείχε λίγη βοήθεια στο να αποκαλυφθεί το μυστήριο. Μόνο αργότερα οι αρχές θα ανακάλυπταν ότι το γραφείο του διευθυντή της CIA έλαβε προειδοποίηση για την επιχείρηση του Townley, αλλά δεν κατάφερε να την σταματήσει. [Για λεπτομέρειες, διαβάστε το βιβλίο “Secrecy & Privilege” του Robert Parry].

Εντούτοις, το FBI και οι ομοσπονδιακοί εισαγγελείς κατόρθωσαν να αποκαλύψουν την επιχείρηση Κόνδωρ και την υπόθεση Letelier. Εκδοθής στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο Townley συμφώνησε να παραδεχθεί την ενοχή του, να εκτίσει μια μικρή ποινή φυλάκισης και να ενταχθεί σ’ ένα ομοσπονδιακό πρόγραμμα προστασίας μαρτύρων.

Αλλά η πρόοδος στην προσαγωγή στη δικαιοσύνη των αρχιτεκτόνων της τρομοκρατικής εκστρατείας ήταν πολύ πιο αργή, δεδομένης της κατοχής της εξουσίας από τον Πινοσέτ μέχρι το 1990. Ωστόσο, η μακροχρόνια πίεση των ΗΠΑ οδήγησε τελικά σε ποινική δίωξη στη Χιλή εναντίον του πρώην επικεφαλής της DINA, Contreras.

Ο Berrios, ο οποίος συνέχισε να εργάζεται σε σχέδια δολοφονίας ακόμα και μετά τη σύλληψη του Townley, εμφανίστηκε ως πιθανός μάρτυρας. Τον Οκτώβριο του 1991 ένας Χιλιανός δικαστής κάλεσε τον Berrios να καταθέσει. Η κίνηση προκάλεσε ρίγος στο στρατιωτικό κατεστημένο της Χιλής.

Ήταν σημαντικό για τη DINA να απομακρύνουν τον Berrios ​​από το Χιλιανό δικαστήριο. Εκείνο τον μήνα, ο λοχαγός Carlos Herrera Jiminez, πρώην αξιωματικός των μυστικών υπηρεσιών, συνόδευσε τον Berrios από το Σαντιάγκο σε ένα μυστικό ταξίδι διαμέσω των Άνδεων, στην Αργεντινή.

Για να κρύψουν τον Berrios, το παλιό δίκτυο του Κόνδωρα ενεργοποιήθηκε γρήγορα. Από το Μπουένος Άιρες, ο Ουρουγουανός επικεφαλής της αντικατασκοπείας, αντισυνταγματάρχης Thomas Casella, συντόνισε τη μετάβαση του Berrios στην Ουρουγουάη. Εκεί, ο Berrios και ο Herrera κρύφτηκαν σε ένα διαμέρισμα του Μοντεβιδέο, το οποίο νοίκιασε ο Casella, που συχνά εκπαιδεύοταν στον στρατό της Χιλής.

Ωστόσο, οι επιπλοκές συνεχίστηκαν. Τον Φεβρουάριο του 1992, ενώ βρισκόταν σε ταξίδι στο Μπουένος Άιρες, ο λοχαγός Herrera συνελήφθη με ένταλμα της Ιντερπόλ που τον συνέδεε με ένα άλλο σχέδιο δολοφονίας. Αυτό ανάγκασε άλλους Χιλιανούς πράκτορες να αναλάβουν τον Berrios στην Ουρουγουάη. Ο Berrios έγινε βάρος-όπως επίσης και κίνδυνος- για τις υπηρεσίες πληροφοριών της Χιλής.

Ο στρατηγός Emilio Timmerman, αξιωματικός του στρατού στην πρεσβεία της Χιλής στο Μοντεβιδέο, ανέλαβε το καθήκον του Berrios. Ο Timmerman, όμως, παραπονέθηκε σε έναν Μορφωτικό Ακόλουθο της πρεσβείας, τον Emilio Rojas, ότι «μας κοστίζει πάρα πολλά χρήματα». Ο Timmerman, ο οποίος αργότερα έγινε δεύτερος στην ιεραρχία του Χιλιανού στρατού, ήταν επίσης νευρικός. Ο Timmerman διέταξε τον Rojas να κρατήσει το στόμα του κλειστό για το πού βρίσκεται ο Berrios, όπως δήλωσε αργότερα ο μορφωτικός ακόλουθος.

Μέχρι τον Νοέμβριο του 1992, ο Berrios συνειδητοποίησε ότι οι Χιλιανοί του προϊστάμενοι ίσως θέλουν να σιγήσει ως την ασφαλέστερη και φθηνότερη εναλλακτική λύση αντί για μια μακρά εξορία. Προφανώς άκουσε τους απαγωγείς του, να συζητούν τις εντολές του Πινοσέτ να ξεφορτωθούν τον επιστήμονα.

 

Η Εξαφάνιση

Έτσι, στις 15 Νοεμβρίου 1992, ο Berrios σκαρφάλωσε στο σπασμένο παράθυρο του λευκού μπανγκαλόου και κατέφυγε στο αστυνομικό τμήμα του Parque del Plata. Ζήτησε από την αστυνομία να τον προστατεύσει, αλλά η απόδρασή του διακόπηκε από την παρέμβαση των Ουρουγουανών στρατιωτών. Ο  Berrios εξαφανίστηκε.

Τι ακριβώς συνέβη στη συνέχεια παραμένει μυστήριο. Ανώτεροι αξιωματούχοι της Ουρουγουάης έμαθαν για την αστυνομική αντιπαράθεση του Νοεμβρίου του 1992 από ανώνυμο τηλεφώνημα, μόλις τον επόμενο Ιούνιο.

Η ανακάλυψη της απαγωγής πυροδότησε πολιτική κρίση στην κυβέρνηση της Ουρουγουάης, όπου ο στρατός εξακολουθούσε να έχει μεγάλη δύναμη. Ο Ουρουγουανός Πρόεδρος Luis Alberto Lacalle ήταν στη Μεγάλη Βρετανία όταν μαθεύτηκε η ιστορία. Το ‘σκασε αμέσως από μια δεξίωση στην πρεσβεία της Ουρουγουάης στο Λονδίνο και επέστρεψε αεροπορικώς στο Μοντεβιδέο.

Εκεί, ο Lacalle συναντήθηκε με 14 από τους 16 στρατηγούς που ηγούνταν των ενόπλων δυνάμεων. Μετά από τέσσερις ώρες σκληρών διαπραγματεύσεων και απειλών από τους 12 στρατηγούς, ο Lacalle υποχώρησε για να αποφύγει μια νέα στρατιωτική πρόκληση για την πολιτική κυβέρνηση. Ο Πρόεδρος υποχώρησε από την αρχική του διάθεση να επιβάλει αυστηρές κυρώσεις κατά των υπηρεσιών πληροφοριών. Ο Lacalle πράγματι απέλυσε τον επικεφαλής της αστυνομίας, Rivas, αλλά συμφώνησε μόνο να μετατεθεί ο επικεφαλής των στρατιωτικών μυστικών υπηρεσιών, Mario Aguerrondo.

Όσον αφορά την τύχη του Berrios, ο συνταγματάρχης Casella, ο οποίος παρείχε το διαμέρισμα που κρυβόταν ο Berrios, ανέφερε ότι ο Berrios είχε πάει στη Βραζιλία. Ο συνταγματάρχης διαβεβαίωσε την κυβέρνηση ότι είχε μιλήσει τηλεφωνικά με τον Berrios στα τέλη Νοεμβρίου του 1992, εβδομάδες μετά την εξαφάνισή του.

Υπήρχαν δημόσιες αμφιβολίες για το ότι ο Berrios ήταν ακόμα ζωντανός. Μια άλλη διαβεβαίωση ότι ο Berrios ήταν καλά, προέκυψε από την Ευρώπη. Το προξενείο της Ουρουγουάης στο Μιλάνο έλαβε ανώνυμη επιστολή υποτίθεται υπογεγραμμένη από τον Berrios και μια φωτογραφία του που κρατά ένα πρόσφατο τεύχος της εφημερίδας του Μιλάνου, Il Messagiero.

Σύμφωνα με τον πρώην αρχηγό της DINA, Manuel Contreras (φωτό με τον Πινοσέτ), ο Berrios ήταν ζωντανός και συνεργαζόταν με την Αμερικανική DEA (Υπηρεσία Δίωξης Ναρκωτικών).

Ο Πρόεδρος Lacalle, επιδιώκοντας πολιτική ειρήνη με τους στρατιωτικούς της Ουρουγουάης, ανακοίνωσε ότι «ο Berrios δεν είναι στην Ουρουγουάη. Είναι κάπου αλλού». Αυτό ξαναέκανε το μυστήριο του Berrios «Χιλιανή υπόθεση»,  δήλωσε ο Ουρουγουανός πρόεδρος.

Στο τέλος της κρίσης, ο υπουργός Εξωτερικών της Ουρουγουάης, Sergio Abreu συναντήθηκε με τον Χιλιανό πρεσβευτή και παραδέχτηκε σιωπηρά ότι ο Lacalle δεν είχε άλλη επιλογή παρά να “doblar el pescuezo” – «τον αφήσει να φύγει». Αν ο Πρόεδρος Lacalle ζήταγε κυρώσεις εναντίον ισχυρών προσωπικοτήτων του στρατού, οι 12 στρατηγοί απειλούσαν με ένα ακόμα στρατιωτικό πραξικόπημα, δήλωσε ο υπουργός Εξωτερικών. Ο πρεσβευτής της Χιλής τηλεγράφησε αυτά τα νέα στο Σαντιάγο, σύμφωνα με ένα τηλεγράφημα που έγινε γνωστό αργότερα.

 

Το γράμμα και το κύκλωμα διακίνησης ναρκωτικών

Τον Σεπτέμβριο του 1993, οι ερευνητές ήταν σε θέση να ολοκληρώσουν τη σκοτεινή και εντυπωσιακή ιστορία του βιοχημικού μέσω πληροφοριών που άντλησαν από μια δακτυλογραφημένη επιστολή. Η επιστολή που αποδόθηκε στον Berríos ήταν διφορούμενη. Για παράδειγμα, έλεγε ότι συνέχιζε να κάνει πειράματα στο εργαστήριο: «Αυτό που δούλεψε στη Χιλή και δεν εκτιμήθηκε, τώρα εξυπηρετεί άλλους ισχυρότερους και μεγαλύτερους ανθρώπους. Με χρησιμοποιούν τώρα, αλλά είναι διαφορετικοί, ο σκοπός είναι διαφορετικός».

Η φράση αναφέρεται στο αέριο σαρίν ή στα ναρκωτικά; Ο φερόμενος ως Berríos ομολόγησε στην επιστολή: «Είχα οικονομικά προβλήματα, έφτασα στο σημείο να φτιάξω αμφεταμίνες που ήξερα ότι πωλούσαν στα σχολεία, αλλά έπρεπε να το κάνω για να επιβιώσω».

Το κείμενο ανέφερε λεπτομέρειες σχετικά με τη διακίνηση ναρκωτικών: «Λόγω των γνώσεών μου και των αναγκών μου, μπήκα σε αυτόν τον σουρεαλιστικό κόσμο. Πρώτα συμμετείχα σε πάρτυ, με άπερ (διεγερτικά), ποτά κλπ., με υποτιθέμενους φίλους, κακούς φίλους». Αναφέρεται σε μια σειρά από ονόματα: «Manuel Novo, Carlos Board, “El Aragonés”, Máximo “Bocanegra” Guevara, Hernán López, Enrique Paraviccino, Enrique González και άλλoυς. Θα θυμούνται την πλάκα με το πορτ μπαγκάζ του αυτοκινήτου».

Οι ερευνητές του τμήματος ανθρωποκτονιών διερεύνησαν αυτά τα στοιχεία για πάνω από επτά μήνες. Η τελική έκθεσή τους παρουσίασε απροσδόκητα νέα: ο Berríos συνδεόταν με ένα Περουβιανό κύκλωμα διακίνησης ναρκωτικών, διατηρώντας ταυτόχρονα διασυνδέσεις με μυστικές υπηρεσίες.

Ορισμένα από τα μέλη του κυκλώματος των ναρκωτικών ήταν επίσης κυβερνητικοί αξιωματούχοι που διευκόλυναν την επαφή με Χιλιανούς διπλωματικούς υπαλλήλους προκειμένου να μεταφέρουν τα ναρκωτικά μέσα σε διπλωματικούς σάκους.

Ο “Manuel Novo”, που αναφέρεται στην επιστολή, αποδείχθηκε ότι ήταν ο Andrés Novoa, ο οποίος, μαζί με τον δικηγόρο Enrique Paraviccino, είχε δράσει ως πολιτικός πράκτορας της DINA. Ο Novoa και ο Paraviccino έγιναν συνέταιροι του Berríos στην Εθνική Φυτοχημική Εταιρεία (National Fitochemical Company), μια εταιρεία-βιτρίνα για το κύκλωμα του Περουβιανού εμπόρου ναρκωτικών Guillermo Cornejo Hualpa.

Ο Cornejo καταζητούνταν στη χώρα του για την αποτυχημένη απόπειρα να μεταφέρει 285 κιλά κοκαΐνης, που κατασχέθηκαν στο πλοίο του Περουβιανού Ναυτικού, “Etén”, πριν αναχωρήσει από το λιμάνι του Callao. Με τη βοήθεια του πατέρα του, ταγματάρχη της Εθνοφυλακής Guillermo Cornejo Calderón, ο Cornejo Hualpa δραπέτευσε στη Χιλή. Εκεί, με πλαστό διαβατήριο με τ’ όνομα Jorge Acosta, ξεκίνησε την εισαγωγική εταιρεία Susset and Co. για να την χρησιμοποιήσει ως έδρα των επιχειρήσεών του.

Εγκατεστημένο στη Χιλή, το κύκλωμα ήταν σε θέση να στρατολογήσει τους Novoa, Berríos και Paraviccino. Ακολούθησαν ο Edmundo Saldivia (Χιλιανός προξενικός υπάλληλος στη Μαδρίτη), ο Jorge Alarcón (Χιλιανός υπάλληλος της Αμερικανικής πρεσβείας στο Σαντιάγκο), ο Carlos Miranda (δικηγόρος με διασυνδέσεις με τον πρόεδρο, στρατιωτικές βιομηχανίες και έναν εισαγγελέα), ο Raúl Enrique Contreras Salas (λοχίας του στρατού και φρουρός του εισαγγελέα) και ο Ríos San Martín (πρώην πράκτορας της DINA, υπεύθυνος για την κράτηση του Berríos).

Κάποια από τα μέλη του κυκλώματος συνελήφθησαν τελικά στην Ευρώπη, όπου τους ανέκριναν οι αστυνομικοί. Βρήκαν τον Novoa στη Μαδρίτη μαζί με τον Περουβιανό Διοικητή της Εθνοφυλακής, Percy Lazo, οι οποίοι κατηγορήθηκαν ότι πραγματοποιούσαν αποστολές ναρκωτικών μέσα σε τελάρα μπακαλιάρου που αποστέλλονταν μέσω της αεροπορικής εταιρείας Iberia. Ο Osvaldo Alcayaga Arana και ο Jorge Saer Becerra συνελήφθησαν στη Γερμανία για την εισαγωγή 94 κιλών κοκαΐνης.

Οι έρευνες αποκάλυψαν ότι λίγο πριν την εξαφάνισή του, ο Berríos είχε πειραματιστεί στα εργαστήρια για να βρει μια φόρμουλα μοριακού διαχωρισμού της κοκαΐνης για να αποφευχθεί η ανίχνευση (η λεγόμενη «μαύρη κοκαΐνη). Η ιδέα κατέπληξε τους εμπόρους ναρκωτικών, ενώ οι στρατιωτικοί αξιωματικοί ήταν ενθουσιασμένοι με την ιδέα του αερίου σαρίν. Ο Berríos υποσχέθηκε: «Θα αφαιρεθεί το άρωμα της κοκαΐνης».

Σύμφωνα με την κατάθεση του Manuel Contreras (φωτό), πρώην διευθυντή της DINA, η κοκαΐνη (η οποία ήταν «μαύρη κοκαΐνη» ειδικά κατασκευασμένη για να μην ανιχνεύεται) παρήχθη από τον Berríos σε στρατιωτική εγκατάσταση στο Talagante και ο γιος του Pinochet, Marco Antonio Pinochet και ο επιχειρηματίας Edgardo Bathich συμμετείχαν στο εμπόριο ναρκωτικών. Τα χρήματα από το εμπόριο φέρονται να πήγαιναν κατευθείαν στους τραπεζικούς λογαριασμούς του Πινοσέτ στο εξωτερικό.

 

Η φρικιαστική ανακάλυψη

Η υπόθεση Berrios επανεμφανίστηκε, κυριολεκτικά, τον Απρίλιο του 1995, όταν δυο ψαράδες βρήκαν το πτώμασε αποσύνθεση ενός άνδρα μερικώς θαμμένο σε μια παραλία στο El Pinar, ένα άλλο παραθαλάσσιο θέρετρο, περίπου 25 χιλιόμετρα από το Μοντεβιδέο. Το πτώμα είχε σπασμένα οστά που υποδηλώνουν βασανιστήρια, ήταν τυλιγμένο σε σύρμα και είχε δύο τρύπες από σφαίρες διαμετρήματος 45 χιλιοστών στο πίσω μέρος του λαιμού και του κεφαλιού.

Οι ιατροδικαστές χρησιμοποίησαν νέες ερευνητικές τεχνικές για την αναδόμηση του προσώπου του θύματος. Το πρόσωπο έμοιαζε εντυπωσιακά με του Berrios. Διεξήχθησαν έλεγχοι DNA στη σορό και έγιναν συγκρίσεις με δείγματα γεννητικού υλικού συγγενών του Berrios. Στις αρχές του 1996, οι ιατροδικαστές συμπέραναν, με βεβαιότητα σχεδόν, ότι ο νεκρός ήταν ο Berrios. Επίσης έβαλαν ως ημερομηνία θανάτου του, το πρώτο δεκαπενθήμερο του Μαρτίου του 1993, μόλις τέσσερις μήνες μετά την απαγωγή του.

Τα ευρήματα έρχονται σε αντίθεση με τη φωτογραφία του Ιουνίου 1993, η οποία πιθανότατα είχε κατασκευαστεί με χρήση γραφικών Η/Υ για να προσθέσουν στη φωτογραφία ένα σημερινό φύλλο της ιταλικής εφημερίδας. Αλλά η χρονική στιγμή του θανάτου του Berrios πρόσθεσε μια άλλη πλευρά στο μυστήριο.

Τον Μάρτιο του 1993, ο Pinochet (φωτό με την Θάτσερ) είχε πραγματοποιήσει ιδιωτική επίσκεψη στην Ουρουγουάη συνοδευόμενος από 12 σωματοφύλακες και με τον συνταγματάρχη Casella να συμμετέχει στην συνοδεία του. Στην Ουρουγουάη υπήρχαν υποψίες ότι ο Πινοσέτ θα μπορούσε να έχει χρησιμοποιήσει την επίσκεψη για να αντιμετωπίσει για άλλη μια φορά τον Berrios σε σχέση με τις γνώσεις του και στη συνέχεια να τον εξοντώσει.

Ο δικηγόρος του Contreras, Fidel Reyes, ισχυρίστηκε ότι το πτώμα που ανακαλύφθηκε στο El Pinar, ανήκε στην πραγματικότητα σε αλλοδαπό και ότι ο Berríos φέρεται το 2004 να ήταν παρών σε κηδεία στενού συγγενή του στη Χιλή.

 

Η απόφαση του δικαστηρίου το 2015

Το ανώτατο δικαστήριο της Χιλής επιβεβαίωσε στις 11 Αυγούστου 2015 τις καταδίκες σε ποινές κάθειρξης πέντε έως και 20 ετών που επιβλήθηκαν σε 14 Χιλιανούς και Ουρουγουανούς στρατιωτικούς για τη δολοφονία ενός πρώην επιστήμονα της μυστικής αστυνομίας του στρατηγού Αουγκούστο Πινοσέτ για να εξασφαλίσουν ότι δεν θα μιλούσε.

«Το Ανώτατο Δικαστήριο εξέδωσε με αμετάκλητη απόφαση για την έρευνα σχετικά με τις απαγωγές, τις δολοφονίες και τη σύσταση και συμμορία με σκοπό τη δολοφονία του πρώην χημικού της DINA Εουχένιο Μπερίος Σαγρέδο», ανέφερε ανακοίνωση που εξέδωσε η δικαιοσύνη της Χιλής.

Οι τρεις Ουρουγουανοί πρώην στρατιωτικοί, οι οποίοι είχαν εκδοθεί στη Χιλή το 2006, καταδικάστηκαν σε ποινές κάθειρξης πέντε έως δεκαπέντε ετών.

Δύο Χιλιανοί κατηγορούμενοι καταδικάστηκαν σε 20 χρόνια κάθειρξη, ενώ άλλοι, ανάμεσά τους κι ένας στρατιωτικός εισαγγελέας, σε ποινές κάθειρξης πέντε έως δέκα ετών. Ο Hernán Ramírez Rurange, πρώην διοικητής της DINE (στρατιωτική υπηρεσία πληροφοριώ ν της Χιλής), που καταδικάστηκε σε 20 χρόνια φυλάκισης, αυτοπυροβολήθηκε θανάσιμα δύο μέρες αργότερα.

Όλοι οι πρωταγωνιστές της υπόθεσης, που είχαν καταδικαστεί το 2010 αλλά είχαν ασκήσει έφεση και είχαν απελευθερωθεί υπό όρους έως ότου εκδικαστεί, θα φυλακιστούν εκ νέου μέχρι την έκτιση του συνόλου των ποινών τους.

Περίπου 3.200 άνθρωποι είχαν δολοφονηθεί ή «εξαφανιστεί» κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Πινοσέτ. Περίπου 38.000 είχαν βασανιστεί. Η DINA θεωρείται υπεύθυνη για τις περισσότερες από τις ωμότητες που είχε διαπράξει το καθεστώς.

Πάνω από 560 στρατιωτικοί έχουν παραπεμφθεί ενώπιον δικαστηρίων και συνεχίζουν σήμερα να δικάζονται για τα εγκλήματα αυτά στη Χιλή.