Η εξαφάνιση του αρχηγού της Γκεστάπο, Χάινριχ Μίλερ. Γιατί δεν βρέθηκε ποτέ;

0

Ο Χάινριχ Μίλερ (Heinrich Müller) ήταν αρχηγός της διαβόητης Γκεστάπο (Gestapo), της μυστικής αστυνομίας της Ναζιστικής Γερμανίας, από τον Σεπτέμβριο του 1939, δηλαδή τον μήνα που ξεκίνησε ο Β’Παγκόσμιος Πόλεμος. Ο Heinrich Mueller ήταν ένας από τους σημαντικότερους αξιωματούχους του Γ’ Ράιχ που δεν πιάστηκαν ποτέ, ούτε ο θάνατός τους έχει επιβεβαιωθεί επίσημα.

Ασχολήθηκε άμεσα με τον σχεδιασμό και την εκτέλεση του Ολοκαυτώματος, ως ανώτερος αξιωματικός και έμπιστος συνεργάτης του Αδόλφου Χίτλερ, του Heinrich Himmler (αρχηγού των SS) και Adolf Eichmann (του υπεύθυνου για το Ολοκαύτωμα). Ο Mueller ήταν ένα από τα βασικά πρόσωπα στην Διάσκεψη του Wannsee το 1942, όταν υιοθετήθηκε επίσημα η στρατηγική για την «Τελική Λύση». Η γερμανική μυστική πολιτική αστυνομία έγινε διάσημη υπό την ηγεσία του και οι μέθοδοι των αδίστακτων βασανιστηρίων αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα δικτατορικού αστυνομικού κράτους. Ονομάστηκε “Gestapo Muller” για πρακτικούς λόγους δεδομένου ότι υπήρχε ήδη ένας άλλος στρατηγός ονόματι Heinrich Mueller στην Wehrmacht (ο Στρατός της Ναζιστικής Γερμανίας).

Ο Müller θεάθηκε για τελευταία φορά στο οχυρό καταφύγιο (bunker) του Χίτλερ το βράδυ της 1ης Μαΐου 1945, μια μέρα μετά την αυτοκτονία του Χίτλερ. Ο Hans Baur, πιλότος του Χίτλερ, ανέφερε αργότερα τα λόγια του Müller: «Γνωρίζουμε ακριβώς τις ρωσικές μεθόδους, δεν έχω την παραμικρή πρόθεση να πιαστώ αιχμάλωτος από τους Ρώσους». Για τελευταία φορά βρισκόταν μαζί με τον ειδικό στους ασυρμάτους Christian A. Scholz. Και ενώ τα πτώματα των υπόλοιπων που παρέμειναν εκείνη τη νύχτα βρέθηκαν και ταυτοποιήθηκαν, κανείς από την τελευταία ομάδα δεν ήταν μάρτυρας του θανάτου του Mueller ή του Scholz. Από εκείνη την ημέρα, κανένα ίχνος του δεν βρέθηκε ποτέ. Πιθανές εξηγήσεις για την εξαφάνισή του περιλαμβάνουν:

Α) Ότι δολοφονήθηκε ή αυτοκτόνησε κατά τη διάρκεια του χάους της πτώσης του Βερολίνου και το πτώμα του δεν βρέθηκε. Β) Ότι δραπέτευσε από το Βερολίνο και έφτασε σε ασφαλές μέρος, ενδεχομένως στη Νότια Αμερική, όπου έζησε το υπόλοιπο της ζωής του και δεν αποκαλύφθηκε η ταυτότητά του ακόμα και μετά το θάνατό του. Γ) Ότι στρατολογήθηκε και του δόθηκε νέα ταυτότητα είτε από τις Ηνωμένες Πολιτείες είτε από τη Σοβιετική Ένωση και εργάστηκε σε μία από αυτές κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου και αυτό δεν έχει ποτέ αποκαλυφθεί.

Ο φάκελος της CIA για τον Müller (αριστερά στην φωτό) δημοσιεύτηκε το 2001 στο πλαίσιο του νόμου περί της ελευθερίας της πληροφορίας και καταγράφει πολλές ανεπιτυχείς προσπάθειες από τις υπηρεσίες των Η.Π.Α. να βρουν τον Müller. Η περιγραφή των αμερικανικών Εθνικών Αρχείων για το φάκελο καταλήγει στο συμπέρασμα: «Αν και η τελική τύχη του Müller είναι ασαφής, ο φάκελος είναι πολύ ξεκάθαρος σε ένα σημείο: η Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών (CIA) και οι προκάτοχοί της δεν γνώριζαν τα ίχνη του Müller για οποιαδήποτε στιγμή μετά τον πόλεμο. Η CIA ουδέποτε ήταν σε επαφή με τον Müller». Ο φάκελος της CIA δείχνει ότι πραγματοποίησε εκτεταμένη έρευνα για τον Müller τους μήνες μετά τη Γερμανική παράδοση. Η έρευνα διεξήχθη από το τμήμα αντικατασκοπείας του Γραφείου Στρατηγικών Υπηρεσιών των ΗΠΑ (OSS: Office of Strategic Services -πρόδρομος της CIA). Η αναζήτηση περιπλέκεται από το γεγονός ότι το “Heinrich Müller” είναι ένα πολύ κοινό γερμανικό όνομα. Ένα άλλο πρόβλημα προέκυψε επειδή «… μερικοί από αυτούς τους Müllers, συμπεριλαμβανομένου του Gestapo Müller, δεν φαίνεται να έχουν μεσαία ονόματα». Μια πρόσθετη πηγή σύγχυσης ήταν ότι υπήρχαν δύο διαφορετικοί στρατηγοί των SS με τ’όνομα Heinrich Müller.

Στις στρατιωτικές μυστικές υπηρεσίες των Η.Π.Α έφθασαν πληροφορίες ότι ο Gestapo Mueller είχε πάρει το ψεύτικο όνομα Schwartz ή Schwatzer και είχε πάει νότια του Βερολίνου με έναν άλλο αξιωματικό της Gestapo, τον Christian A. Scholz. Αλλά κανένα ίχνος των δυο τους δεν βρέθηκε ποτέ. Το 1947, Αμερικανοί και Βρετανοί πράκτορες έψαξαν το σπίτι της ερωμένης του κατά την περίοδο του πολέμου, Anna Schmid, αλλά δεν βρήκαν τίποτα που να υποδηλώνει ότι ήταν ακόμα ζωντανός. Με την έναρξη του Ψυχρού Πολέμου και τη μετατόπιση των προτεραιοτήτων στην αντιμετώπιση του κινδύνου της Σοβιετικής Ένωσης, το ενδιαφέρον για το κυνήγι αγνοουμένων Ναζί υποχώρησε. Μέχρι τότε, φαίνεται ότι κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ο Müller ήταν πιθανώς νεκρός. Το ειδικό τμήμα Έρευνας της Βρετανικής Πολεμικής Αεροπορίας (RAF) είχε επίσης ενδιαφέρον για τον Müller σε σχέση με τις δολοφονίες του Stalag Luft III, για τις οποίες θεωρήθηκε ότι είχε την ευθύνη λόγω της θέσης του στη Γκεστάπο.

Η αρπαγή το 1960 και η επακόλουθη δίκη στο Ισραήλ του Adolf Eichmann προκάλεσε νέο ενδιαφέρον για τα ίχνη του Müller. Αν και ο Eichmann δεν αποκάλυψε συγκεκριμένες πληροφορίες, είπε στους Ισραηλινούς ανακριτές του ότι πίστευε ότι ο Müller ήταν ακόμα ζωντανός. Το γραφείο της Δυτικής Γερμανίας, υπεύθυνο για τη δίωξη εγκληματιών πολέμου, ζήτησε από την αστυνομία να το ερευνήσει. Η πιθανότητα ότι ο Müller δούλευε για τη Σοβιετική Ένωση λήφθηκε υπόψην, αλλά δεν συγκεντρώθηκαν συγκεκριμένες πληροφορίες. Η οικογένεια του Müller και η πρώην γραμματέας του τέθηκαν υπό παρακολούθηση από τους Συμμάχους σε περίπτωση που αλληλογραφούσε με αυτούς.

Υπήρχαν φήμες ανάμεσα στους Γερμανούς αξιωματικούς των μυστικών υπηρεσιών ότι ο ίδιος ο Mueller (τέρμα δεξιά στην φωτό) ήταν στην πλευρά των Σοβιετικών. Ο Walter Schellenberg, επικεφαλής του Τμήματος Ξένων Πληροφοριών του RSHA (Amt VI) και ορκισμένος αντίπαλος του Mueller, ήταν η πηγή κάποιων από αυτών των ικασιών. Όταν ερωτήθηκε από το OSS το 1945, ο Schellenberg ισχυρίστηκε ότι ο Mueller βρισκόταν σε φιλική επαφή μέσω ασυρμάτου με τους Σοβιετικούς και τα μεταπολεμικά απομνημονεύματα του Schellenberg περιέχουν αυτολεξεί προτροπές του Mueller από το 1943 για την ανωτερότητα του Στάλιν έναντι του Χίτλερ ως ηγέτη. Άνδρες των SS κοντά στον Mueller θεωρούσαν αυτές τις φήμες αβάσιμες και παράλογες. Ο άμεσος προϊστάμενος του Mueller, Ernst Kaltenbrunner (επικεφαλής του RSHA- Reich Main Security Office), επέμενε αργότερα κατά την ανάκριση από τους Συμμάχους ότι ο Mueller δεν θα μπορούσε ποτέ να υποστηρίξει τους Σοβιετικούς. Ομοίως, ο Heinz Pannwitz, υφιστάμενος του Mueller στην Gestapo που ήταν επικεφαλής της Rote Kapelle (ΥΓ.2) χαρακτήρισε την ιδέα ότι ο Mueller είχε αλλάξει πλευρά ως «απολύτως παράλογη» σε μια ανάκριση της CIA το 1959.

Οι Δυτικογερμανοί διερεύνησαν πολλές αναφορές ότι το πτώμα του Müller βρέθηκε και θάφτηκε τις ημέρες μετά την πτώση του Βερολίνου. Οι εκθέσεις ήταν αντιφατικές, όχι άκρως αξιόπιστες και δεν ήταν δυνατόν να επιβεβαιώσουν ο,τιδήποτε από αυτά. Μια τέτοια αναφορά ήρθε από τον Walter Lüders, πρώην μέλος της Volkssturm (Πολιτοφυλακής), ο οποίος δήλωσε ότι ήταν μέρος μιας ομάδας ταφής που βρήκε το σώμα ενός στρατηγού των SS στον κήπο της Καγκελαρίας του Ράιχ, με τα έγγραφα ταυτότητας του Heinrich Müller. Το πτώμα είχε θαφτεί σε έναν ομαδικό τάφο στο παλιό Εβραϊκό Νεκροταφείο στην Grosse Hamburger Strasse στον Σοβιετικό Τομέα. Δεδομένου ότι αυτή η τοποθεσία βρισκόταν στο Ανατολικό Βερολίνο το 1961, ο τάφος αυτός δεν μπορούσε να ερευνηθεί και δεν υπήρξε καμία προσπάθεια να ανασκαφεί αυτός ο τάφος μετά την επανένωση της Γερμανίας. Σύμφωνα με τον πρώην υφιστάμενο του Mueller, Heinz Pannwitz, ο οποίος είχε συλληφθεί από τους Σοβιετικούς και επέστρεψε στη Δυτική Γερμανία το 1957, δήλωσε στη Γερμανική Μυστική Υπηρεσία (BND) ότι οι Σοβιετικοί ανακριτές του αποκάλυψαν ότι «Ο Μίλερ είναι νεκρός». Το πτώμα, είπαν, είχε βρεθεί σε έναν υπόγειο σιδηρόδρομο λίγα τετράγωνα από την Καγκελαρία με μια σφαίρα στο κεφάλι και με τα έγγραφα της ταυτότητάς του ανέπαφα. Αν ο Müller βρισκόταν στην Σοβιετική Ένωση, δεν θα άφηναν τον Pannwitz να επιστρέψει στην Δυτική Γερμανία και να το αποκαλύψει.

Το 1961, ο αντισυνταγματάρχης Michael Goleniewski, υπαρχηγός της Πολωνικής στρατιωτικής αντικατασκοπίας, αυτομόλησε στη Δύση. Ο Goleniewski είχε δουλέψει ως ανακριτής αιχμαλώτων Γερμανών αξιωματούχων από το 1948 έως το 1952. Δεν συναντήθηκε ποτέ με τον Müller, αλλά δήλωσε ότι είχε ακούσει από τους σοβιετικούς προϊσταμένους του ότι κάποια στιγμή μεταξύ 1950 και 1952, οι Σοβιετικοί «είχαν πάρει τον Müller και τον πήγαν στη Μόσχα». Η CIA προσπάθησε να εντοπίσει τους άνδρες που κατονόμασε ο Goleniewski ότι δούλεψαν με τον Müller στη Μόσχα, αλλά δεν κατόρθωσαν να επιβεβαιώσουν την ιστορία του (ΥΓ.1). Το Ισραήλ επίσης συνέχισε να κυνηγάει τον Müller: το 1967, δυο Ισραηλινοί πράκτορες πιάστηκαν από την αστυνομία της Δυτικής Γερμανίας προσπαθώντας να εισέλθουν στο διαμέρισμα της συζύγου του Müller στο Μόναχο .

Το 1967, στην πόλη του Παναμά, ένας άντρας όνοματι Francis Willard Keith (φωτό) κατηγορήθηκε ότι ήταν ο Müller. Οι διπλωμάτες της Δυτικής Γερμανίας πίεσαν τον Παναμά να τον εκδώσει για να δικαστεί. Οι εισαγγελείς της Δυτικής Γερμανίας ανέφεραν ότι η Sophie Müller, ηλικίας 64 ετών, είχε δει φωτογραφίες του Keith και τον ταυτοποίησε ως τον χαμένο για καιρό σύζυγό της. Ωστόσο, ο Keith αφέθηκε ελεύθερος όταν τα δακτυλικά αποτυπώματα απέδειξαν ότι δεν ήταν οMüller.

Τον Μάιο του 1970, ένας Τσέχος που αυτομόλησε, πολύ πιθανώς ο Ladislas Bittman, ειδικός στην παραπληροφόρηση, πήρε θέση. Ο Bittman δήλωσε ότι το άρθρο του Stern που έλεγε ότι ο Mueller εργαζόταν στην αστυνομία της Αλβανίας, φυτεύτηκε από την Πράγα για να εξουδετερώσει τις φήμες ότι ο Mueller θα μπορούσε στην πραγματικότητα να βρίσκεται στην Τσεχοσλοβακία. Ο Bittman προσέθεσε ότι στους κύκλους των τσέχικων μυστικών υπηρεσιών, ήταν γνωστό ότι η KGB είχε χρησιμοποιήσει Ναζί εγκληματίες πολέμου για κατασκοπευτικούς σκοπούς και ότι βασικά τμήματα των ναζιστικών αρχείων είχαν επίσης πέσει στα χέρια των Σοβιετικών για χρήση σε «επιχειρησιακούς σκοπούς».

Η έρευνα της CIA κατέληξε στο συμπέρασμα: «Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι Σοβιετικές και Τσεχοσλοβακικές (μυστικές) υπηρεσίες κυκλοφορούσαν φήμες ότι ο Müller είχε δραπετεύσει στη Δύση… για να αντισταθμίσει τις κατηγορίες ότι οι Σοβιετικοί είχαν προστατεύσει τον εγκληματία… Υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις, αλλά καμία απόδειξη ότι ο Müller συνεργάστηκε με τους Σοβιετικούς. Υπάρχουν επίσης ισχυρές ενδείξεις αλλά καμία απόδειξη ότι ο Müller πέθανε [στο Βερολίνο]». Η CIA προφανώς παρέμεινε πεπεισμένη εκείνη την εποχή ότι εάν ο Müller είχε επιζήσει από τον πόλεμο, ήταν υπό την προστασία της Σοβιετικής Ένωσης. Αλλά όταν η Σοβιετική Ένωση κατέρρευσε το 1991 και ανοίχτηκαν τα Σοβιετικά αρχεία, δεν προέκυψαν στοιχεία που να υποστηρίζουν αυτόν τον ισχυρισμό. Η περιγραφή των Εθνικών Αρχείων των ΗΠΑ καταλήγει στο συμπέρασμα: «Περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τη τύχη του Müller θα μπορούσαν ακόμη να προκύψουν από μυστικά ακόμη αρχεία της πρώην Σοβιετικής Ένωσης. Ο φάκελος αυτός δεν επιτρέπει απόλυτα συμπεράσματα. Λαμβάνοντας υπόψην τα μέχρι τώρα διαθέσιμα αρχεία, οι συγγραφείς αυτής της αναφοράς καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι ο Müller πιθανότατα πέθανε στο Βερολίνο στις αρχές Μαΐου του 1945». Μέχρι τη δεκαετία του 1990, ήταν σε κάθε περίπτωση όλο και πιο απίθανο ο Müller, ο οποίος γεννήθηκε το 1900, να ζούσε ακόμα κι αν είχε επιβιώσει από τον πόλεμο.

Το 2008, ο ιστορικός Peter Longerich δημοσίευσε μια βιογραφία του Heinrich Himmler, η οποία κυκλοφόρησε σε αγγλική μετάφραση το 2012. Ο Longerich ισχυρίζεται ότι ο Müller ήταν μαζί με τον Himmler στο Flensburg στις 11 Μαΐου και συνόδευσε τον Himmler και άλλους αξιωματικούς των SS στην ανεπιτυχή προσπάθειά τους να αποφύγουν τη σύλληψη από τους Συμμάχους και να φτάσουν στη Βαυαρία με τα πόδια. Ο Longerich αναφέρει ότι ο Himmler και ο Müller χωρίστηκαν στο Meinstadt, απ’όπου Müller δεν ξαναφάνηκε. Ο Longerich δεν παρέχει καμία πηγή για αυτόν τον ισχυρισμό, ο οποίος έρχεται σε αντίθεση με τις προηγούμενες περιγραφές της εξαφάνισης του Müller. Η πηγή της αναφοράς του Longerich φαίνεται να είναι η ανάκριση ενός από τους υπασπιστές του Χίμλερ, του Werner Grothmann, του οποίου η απομαγνητοφώνηση περιέχει αναφορές στον  “Müller”.

Το 2013, ο Johannes Tuchel, ο επικεφαλής του Μνημείου της Γερμανικής Αντίστασης, ισχυρίστηκε ότι το πτώμα του Müller βρέθηκε τον Αύγουστο του 1945 από ένα συνεργείο εργασίας που μάζευε πτώματα και ήταν ένας από τους 3.000 που ήταν θαμμένοι σε έναν μαζικό τάφο στο χώρο ενός πρώην εβραϊκού νεκροταφείου στο Mitte του Βερολίνου. Ενώ ο Tuchel ήταν πεπεισμένος ότι είχε λύσει το μυστήριο, το αν ο Müller βρίσκεται στην πραγματικότητα εκεί, δεν έχει επιβεβαιωθεί. Παρ’ όλα αυτά, η αβεβαιότητα για το τέλος του Müller και/ή των ιχνών του έχει καταφέρει μόνο για να συντηρήσει τη «μυστηριώδη δύναμη» που προκαλεί η Γκεστάπο ακόμα και στις μέρες μας.

 

ΥΓ.1: Ο Goleniewski έχασε τελείως την αξιοπιστία του όταν αργότερα δήλωσε ότι είναι ο Τσάρεβιτς Αλεξέι Νικολάγιεβιτς, γιος του Τσάρου Νικολάου Β’ της Ρωσίας, που εκτελέστηκε από τους Μπολσεβίκους.

ΥΓ.2: Η «Κόκκινη Ορχήστρα» ήταν ομάδα πρακτόρων της Σοβιετικής Ένωσης σε Γερμανία, Γαλλία, Βέλγιο και Ελβετία. Όταν συνελήφθη ο αρχηγός της, Leopold Trepper, τον Δεκέμβριο του 1941, συνεργάστηκε με τους Γερμανούς και έστελνε παραπληροφόρηση μέσω του ασυρμάτου του στην Μόσχα.

Απάντηση