Η μεταφορά 510 τόνων χρυσού από την Ισπανία στην Σοβιετική Ένωση κατά την διάρκεια του Ισπανικού Εμφυλίου

0

Τον Μάιο του 1936, λίγο πριν την έναρξη του εμφυλίου πολέμου, τα ισπανικά αποθέματα χρυσού είχαν καταγραφεί ως τα τέταρτα μεγαλύτερα στον κόσμο. Συγκεντρώθηκαν κυρίως κατά τη διάρκεια του Α’Παγκοσμίου Πολέμου, όπου η Ισπανία παρέμεινε ουδέτερη. Είναι γνωστό, χάρη στα αρχεία και στην ιστορική τεκμηρίωση της Τράπεζας της Ισπανίας, ότι τα εν λόγω αποθέματα, από το 1931, βρίσκονταν κυρίως στην έδρα της Τράπεζας της Ισπανίας στη Μαδρίτη, αν και ορισμένα τμήματα βρίσκονταν σε διάφορες επαρχιακές αντιπροσωπείες της Τράπεζας της Ισπανίας και σε άλλες μικρές καταθέσεις στο Παρίσι. Τα αποθέματα αποτελούσαν κυρίως ισπανικά και ξένα νομίσματα, το ποσοστό του αρχαίου χρυσού ήταν μικρότερο από 0,01% του συνόλου των αποθεμάτων. Η ποσότητα ράβδων χρυσού ήταν ασήμαντη, καθώς τα αποθέματα περιλάμβαναν μόνο 64 ράβδους.

Η αξία των αποθεμάτων ήταν τότε γνωστή από διάφορες επίσημες δημοσιεύσεις. Οι New York Times ανέφεραν στις 7 Αυγούστου 1936 ότι τα ισπανικά αποθέματα χρυσού στη Μαδρίτη ανέρχονταν τότε σε 718 εκατομμύρια δολάρια. Το νούμερο αυτό αντιστοιχούσε σε 635 τόνους καθαρού χρυσού, ή 20,42 εκατομμύρια ουγγιές troy (μονάδα μέτρησης μάζας κοσμημάτων αντίστοιχη με 24 κόκκους). Σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία της Τράπεζας της Ισπανίας, όπως δημοσιεύθηκαν στην επίσημη εφημερίδα της ισπανικής κυβέρνησης την 1η Ιουλίου τα υπάρχοντα αποθέματα χρυσού στις 30 Ιουνίου 1936, τρεις εβδομάδες πριν από την έναρξη των συγκρούσεων, έφταναν τις 5,2 δις ισπανικές πεσέτες. Ο Viñas υπολόγισε ότι τα 718 εκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ του 1936 αντιστοιχούσαν, υπολογίζοντας τους δείκτες πληθωρισμού, σε 9,7 δις δολάρια ΗΠΑ σε τιμές του 2005. Σε σύγκριση, τα ισπανικά αποθέματα χρυσού που ήταν διαθέσιμα τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους ανέρχονταν σε 7,5 δις δολάρια.

Το 1782, η Τράπεζα της Ισπανίας ιδρύθηκε ως ανώνυμη εταιρεία (όπως και η αντίστοιχη Γαλλική και Αγγλική) με κεφάλαιο 177 εκατομμυρίων ισπανικών πεσετών, το οποίο διανεμήθηκε σε 354.000 ονομαστικές μετοχές αξίας 500 πεσετών η καθεμία. Παρά το γεγονός ότι δεν είναι κρατική τράπεζα, το ίδρυμα υπόκειται στον έλεγχο τόσο της κυβέρνησης, η οποία είχε την εξουσία να διορίζει τον Διοικητή της Τράπεζας, όσο και του Υπουργείου Οικονομικών, το οποίο διόριζε διάφορα μέλη του Γενικού Συμβουλίου της Τράπεζας.

Ο Νόμος των Τραπεζικών Εντολών (Ley de Ordenación Bancaria) της 29ης Δεκεμβρίου 1921, που ονομάζεται εναλλακτικά και νόμος Cambó (Ley Cambó, από τον Υπουργό Οικονομικών Francesc Cambó), προσπάθησε για πρώτη φορά να οργανώσει τις σχέσεις της Τράπεζας της Ισπανίας ως κεντρικής τράπεζας και ως ιδιωτικής τράπεζας. Ο νόμος ρύθμιζε επίσης τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες θα μπορούσαν να κινητοποιηθούν τα αποθέματα χρυσού από την Τράπεζα, πράγμα που απαιτούσε την έγκριση του Υπουργικού Συμβουλίου.

 

Η μεταφορά του χρυσού στην Καρθαγένη

Στις 13 Σεπτεμβρίου 1936, το εμπιστευτικό διάταγμα του Υπουργείου Οικονομικών που ενέκρινε τη μεταφορά των αποθεμάτων χρυσού της Τράπεζας της Ισπανίας υπογράφηκε με πρωτοβουλία του τότε Υπουργού Οικονομικών, Juan Negrín (φωτό). Το διάταγμα καλούσε επίσης την κυβέρνηση να λογοδοτήσει τελικά για τις ενέργειές της στο Cortes Generales (το νομοθετικό σώμα της Ισπανίας), ένας όρος που δεν εκπληρώθηκε ποτέ.

Το διάταγμα υπογράφηκε επίσης από τον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Manuel Azaña, ο οποίος αργότερα δήλωσε ότι ο τελικός προορισμός των αποθεμάτων ήταν άγνωστος σε αυτόν. Σύμφωνα με τον τότε Πρωθυπουργό Largo Caballero, ο Azaña ενημερώθηκε αργότερα για αυτή την απόφαση εξαιτίας της συναισθηματικής της κατάστασης και του συγκρατημένου του χαρακτήρα σε σχέση με την επιχείρηση.

Francisco Largo Caballero: «Πρέπει αυτή η απόφαση να γίνει γνωστή σε μεγάλο αριθμό ανθρώπων; Όχι. Μια αδιακρισία θα ήταν η πέτρα ενός διεθνούς σκανδάλου […] Αποφασίστηκε ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν θα έπρεπε να το γνωρίζει, που ήταν εκείνη τη στιγμή σε μια πραγματικά θλιβερή πνευματική κατάσταση. Έτσι, η απόφαση ήταν γνωστή μόνο στον Πρόεδρο του Υπουργικού Συμβουλίου (σ.σ: τον ίδιο τον Largo Caballero), τον Υπουργό Οικονομικών (Negrín) και τον Υπουργό Ναυτικού και Αεροπορίας (Indalecio Prieto). Αλλά ήταν οι δύο πρώτοι οι μόνοι που διαπραγματεύτηκαν με τη ρωσική κυβέρνηση».

Πολλοί συγγραφείς, όπως ο Viñas, επεσήμαναν ότι η απόφαση μεταφοράς των αποθεμάτων χρυσού εκτός Μαδρίτης είχε ως κίνητρο την ταχεία προέλαση της Στρατιάς της Αφρικής (υπό την διοίκηση του Εθνικιστή στρατηγού Φρανσίσκο Φράνκο) ο οποίος, από την άφιξή του στην ισπανική ενδοχώρα, προέλαυνε αδιάκοπα προς την πρωτεύουσα. Τη στιγμή που ελήφθη η απόφαση, η Στρατιά της Αφρικής βρισκόταν μόνο 116 χιλιόμετρα μακριά από τη Μαδρίτη και οι προσπάθειες που καταβάλλονταν μέχρι εκείνη τη στιγμή για να σταματήσει η προέλασή της δεν είχαν ούτε μερική επιτυχία.

Francisco Largo Caballero: «Δεδομένου ότι οι φασίστες βρίσκονταν στις πύλες της πρωτεύουσας της Ισπανίας, ο Υπουργός Οικονομικών Negrín ζήτησε από το Υπουργικό Συμβούλιο την άδεια να μετακινήσει τα αποθέματα χρυσού της Τράπεζας της Ισπανίας έξω από την χώρα προκειμένου να τα πάει σε ασφαλές μέρος, χωρίς να διευκρινίζεται πού. […] Ως πρώτο μέτρο, τα μετέφερε στα οχυρά της Καρθαγένης. Στη συνέχεια, φοβούμενος μια Εθνικιστική αποβίβαση, αποφάσισε να τα μεταφέρει εκτός Ισπανίας. […] Δεν υπήρχε άλλο μέρος εκτός από τη Ρωσία, μια χώρα που μας βοήθησε με όπλα και προμήθειες. Και έτσι, παραδόθηκαν στη Ρωσία».

Συζητήθηκαν επίσης οι προθέσεις της FAI (Federación Anarquista Ibérica  -Ιβηρική Αναρχική Ομοσπονδία) να επιτεθούν στα θησαυροφυλάκια της Τράπεζας της Ισπανίας για να μεταφέρουν τ’ αποθέματα χρυσού στη Βαρκελώνη, το κύριο προπύργιο της FAI. Οι αναρχικοί αποσκοπούσαν όχι μόνο στην προστασία των αποθεμάτων χρυσού, αλλά και στην αγορά πολεμικών προμηθειών για δικό τους λογαριασμό. Αυτό το σχέδιο θα μπορούσε να έχει προετοιμαστεί από τον Diego Abad de Santillán, έναν από τους πιο ένθερμους αντιπάλους του Negrín, ωστόσο, αυτό θεωρείται ανακριβές από τον ελευθεριακό ιστορικό Francisco Olaya Morales, ο οποίος ισχυρίζεται ότι τα αποθέματα χρυσού μεταφέρθηκαν στην Καρθαγένη όχι για λόγους ασφαλείας, αλλά λόγω μιας προκαθορισμένης πρόθεσης να σταλεί ο χρυσός στη Μόσχα. Ο Walter Krivitsky, στρατηγός του Κόκκινου Στρατού και τότε υπεύθυνος για τις στρατιωτικές μυστικές υπηρεσίες στη Δυτική Ευρώπη, ο οποίος αργότερα κατέφυγε στις Ηνωμένες Πολιτείες, δήλωσε ότι όταν ο Στάλιν αποφάσισε να παρέμβει στην Ισπανία, ήθελε να εξασφαλίσει ότι υπήρχε αρκετός χρυσός ώστε να πληρωθεί για τη βοήθεια της Σοβιετικής Ένωσης στη Ισπανική Δημοκρατία. Εν πάση περιπτώσει, το Συμβούλιο της Τράπεζας της Ισπανίας (πολύ μειωμένο μετά την έναρξη του πολέμου) δεν ενημερώθηκε για την απόφαση της κυβέρνησης να ιδιοποιηθεί το χρυσό και να τον μεταφέρει μέχρι την επομένη, 14ης Σεπτεμβρίου. Δεδομένου ότι η μεταφορά του χρυσού άρχισε μερικές ώρες πριν από την έναρξη της συνεδρίασης, το Συμβούλιο δεν θα μπορούσε να αποτρέψει μια τέτοια απόφαση.

Λιγότερο από 24 ώρες μετά την υπογραφή του διατάγματος, το πρωί της 14ης Σεπτεμβρίου 1936, μέλη των Ισπανών Καραμπινιέρων και διαφόροι πολιτοφύλακες, σταλμένοι από το Υπουργείο Οικονομικών, εισήλθαν στην Τράπεζα της Ισπανίας. Η επιχείρηση ιδιοποίησης διευθύνθηκε από τον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Οικονομικών και τον μελλοντικό Υπουργό Οικονομικών της κυβέρνησης του Juan Negrín, Francisco Méndez Aspe. Συνοδευόταν από τον λοχαγό Julio López Masegosa και 50 ή 60 μεταλλουργούς και κλειδαράδες.

Τα θυσαυροφυλάκια όπου φυλάσσονταν τα αποθέματα ανοίχτηκαν και για πολλές μέρες οι κυβερνητικοί πράκτορες εξήγαγαν όλο το χρυσό που ήταν κατατεθειμένος εκεί. Ο χρυσός τοποθετήθηκε σε ξύλινα κιβώτια και μεταφέρθηκε με φορτηγά στον σιδηροδρομικό σταθμό Atocha, από όπου μεταφέρθηκε στην Καρθαγένη.

 

Η μεταφορά στην Σοβιετική Ένωση

Στις 20 Οκτωβρίου, ο επικεφαλής της NKVD (μυστική υπηρεσία της ΕΣΣΔ) στην Ισπανία, Alexander Orlov, έλαβε ένα κρυπτογραφημένο τηλεγράφημα από τον Στάλιν, που τον διέταζε να οργανώσει την αποστολή του χρυσού στην ΕΣΣΔ και συμφώνησε για τις προετοιμασίες με τον Negrín. Ο Orlov απάντησε ότι θα πραγματοποιήσει την επιχείρηση με τους Σοβιετικούς τεθωρακισμένους που μόλις έφτασαν στην Ισπανία. Στις 22 Οκτωβρίου 1936, ο Francisco Méndez Aspe, Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Οικονομικών και «δεξί χέρι» του Negrín, έφτασε στην Καρθαγένη και διέταξε τη νυχτερινή εξαγωγή της πλειοψηφίας των κιβωτίων που περιέχουν χρυσό, βάρους περίπου εβδομήντα πέντε κιλών το καθένα, τα οποία μεταφέρθηκαν με φορτηγά και φορτώθηκαν στα πλοία Kine, Kursk, Neva και Volgoles.

Ο χρυσός έκανε τρεις νύχτες να φορτωθεί και στις 25 Οκτωβρίου τα τέσσερα σκάφη ξεκίνησαν για την Οδησσό, ένα σοβιετικό λιμάνι στη Μαύρη Θάλασσα. Τέσσερις Ισπανοί, οι οποίοι ήταν υπεύθυνοι για τη φύλαξη των κλειδιών στις αποθήκες ασφαλείας της Τράπεζας της Ισπανίας, συνόδευσαν την αποστολή. Από τα 10.000 κιβώτια που αντιστοιχούσαν σε περίπου 560 τόνους χρυσού, μόνο 7.800 πήγαν στην Οδησσό, που αντιστοιχούσαν σε 510 τόνους. Ο Orlov δήλωσε ότι μεταφέρθηκαν 7.900 κιβώτια χρυσού, ενώ ο Méndez Aspe δήλωσε ότι ήταν μόνο 7.800. Η τελική απόδειξη έδειξε 7.800 και δεν είναι γνωστό αν η δήλωση του Orlov ήταν λανθασμένη ή αν εξαφανίστηκαν τα 100 κιβώτια χρυσού.

Το κομβόι έφυγε για την ΕΣΣΔ, φθάνοντας στο λιμάνι της Οδησσού στις 2 Νοεμβρίου – το Kursk, ωστόσο, θα φτάσει αρκετές μέρες αργότερα λόγω τεχνικών προβλημάτων. Ο χρυσός, προστατευμένος από το 173ο  σύνταγμα της NKVD, μεταφέρθηκε αμέσως στην Κρατική Αποθήκη Τιμαλφών (Goskhran), στη Μόσχα, όπου παρελήφθη ως κατάθεση σύμφωνα με ένα πρωτόκολλο, με ημερομηνία 5 Νοεμβρίου, όταν συστάθηκε μια επιτροπή παραλαβής. Ο χρυσός έφτασε στη σοβιετική πρωτεύουσα μια μέρα πριν από την 19η επέτειο της Οκτωβριανής Επανάστασης. Σύμφωνα με τον Orlov, ο Ιωσήφ Στάλιν γιόρτασε την άφιξη του χρυσού με μια δεξίωση στην οποία συμμετείχαν μέλη του Πολιτικού Γραφείου, όπου ως γνωστόν είπε την φράση: «Οι Ισπανοί δεν θα ξαναδούν το χρυσό τους, όπως δεν βλέπουν τα αυτιά τους», μια έκφραση βασισμένη σε μια ρωσική παροιμία.

Στις 5 Φεβρουαρίου 1937 ο Ισπανός Πρέσβης και οι Σοβιετικοί εκπρόσωποι G.F. Grinko, Κομισάριος των Οικονομικών, και N.N. Krestinsky, Κομισάριος των Εξωτερικών, υπέγραψαν την τελική πράξη παραλαβής για την κατάθεση του ισπανικού χρυσού, ένα έγγραφο γραμμένο στα γαλλικά και στα ρωσικά. Η παράγραφος 2, κεφάλαιο 4 του εγγράφου ορίζει ότι η ισπανική κυβέρνηση διατηρούσε το δικαίωμα επανεξαγωγής ή χρησιμοποίησης του χρυσού και ο τελευταίος όρος του εγγράφου υποδείκνυε ότι η Σοβιετική Ένωση δεν θα θεωρηθεί υπεύθυνη για τη χρησιμοποίηση του χρυσού από τις Ισπανικές αρχές. Ο εν λόγω όρος καθόριζε ότι «αν η κυβέρνηση της Δημοκρατίας διέταζε την εξαγωγή του χρυσού που παρελήφθη ως κατάθεση από την ΕΣΣΔ ή χρησιμοποίησε τον εν λόγω χρυσό με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, η ευθύνη που ανέλαβε η Λαϊκή Επιτροπή Οικονομικών θα μειωνόταν αυτόματα, συνολικά ή εν μέρει κατ’ αναλογία με τις ενέργειες της κυβέρνησης της Ισπανικής Δημοκρατίας». Ήταν λοιπόν σαφές ότι τα αποθέματα χρυσού που κατατέθηκαν στη Μόσχα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ελεύθερα από τη Δημοκρατία, να τα εξάγουν ή να τα απομακρύνουν, και οι σοβιετικές αρχές δεν αναλάμβαναν καμία ευθύνη. Αξίζει να σημειωθεί ότι η ΕΣΣΔ χορήγησε την κυριότητα του χρυσού στην κυβέρνηση της Δημοκρατίας, αντί της Τράπεζας της Ισπανίας, του νόμιμου ιδιοκτήτη της.

Οι ιστορικοί που είχαν πρόσβαση στον «φάκελο Negrín» πιστεύουν ότι οι Σοβιετικοί δεν καταχράστηκαν τη θέση τους ούτε εξαπάτησαν τους Ισπανούς στις οικονομικές συναλλαγές τους. Ωστόσο, σύμφωνα με τα λόγια του María Ángeles Pons: «τίποτα δεν έλαβαν δωρεάν οι Δημοκρατικοί από τους Ρώσους φίλους τους», καθώς όλα τα είδη δαπανών και υπηρεσιών είχαν χρεωθεί στην κυβέρνηση της Δημοκρατίας. Ωστόσο, συγγραφείς όπως ο Gerald Howson πιστεύουν στην ύπαρξη σοβιετικής απάτης στη διαχείριση της κατάθεσης στη Μόσχα, υποστηρίζοντας ότι ο Στάλιν σκόπιμα φούσκωσε την τιμή του υλικού που πωλήθηκε στη Δημοκρατία παραποιώντας την ισοτιμία ρωσικών ρουβλίων-δολαρίου ΗΠΑ και Δολαρίου ΗΠΑ- ισπανικής πεσέτας, αυξάνοντας τις διεθνείς συναλλαγματικές ισοτιμίες κατά 30% και 40% αντίστοιχα.

Απάντηση