Οι απόπειρες δολοφονίας κατά του δικτάτορα Φράνκο από Ισπανούς αναρχικούς

0

Την 1η Απριλίου 1939, ολοκληρώθηκε ο Ισπανικός Εμφύλιος με ολοκληρωτική νίκη των φασιστών του Στρατηγού Φράνκο. Από τότε μέχρι και τον θάνατό του το 1975, έγιναν διάφορες απόπειρες δολοφονίας του από αναρχικούς αντάρτες. Με οδηγό το εξαιρετικό βιβλίο του Κ. Φλώρου «Οι άνθρωποι του κύκλωσαν το Άλφα» (Εκδόσεις 1704621) βρίσκουμε τις εξής περιπτώσεις:

 

1940

Η πρώτη αποτυχημένη απόπειρα ενάντια στον Φράνκο και τον Χίτλερ, έγινε το 1940 στην Εντάιγ, στα γαλλοϊσπανικά σύνορα. Εκεί βρέθηκαν κατά τύχη ο Ντομίνγκο Ίμπαρς και ο Κανίγιας, δυο αναρχικοί απεσταλμένοι του Πονθάν (ΥΓ.1), οι οποίοι ήθελαν να περάσουν τα σύνορα με πλαστά χαρτιά. Όταν αντιλήφθηκαν ότι στο σταθμό που επρόκειτο να κατέβουν (φωτό) θα συναντιόντουσαν οι δυο δικτάτορες, αποφάσισαν να δράσουν. Ο σταθμός ήταν αποκλεισμένος και οι μόνοι που βρέθηκαν εκεί χωρίς έλεγχο ήταν οι επιβάτες του τρένου, που αποβιβάζονταν εκείνη τη στιγμή. Μη έχοντας οπτική επαφή με τους δικτάτορες, οι δυο σύντροφοι αποφάσισαν να βγουν από το σταθμό και να έρθουν σε επαφή με συντρόφους στην Εντάιγ για να προμηθευτούν κι άλλα εκρηκτικά, καθώς είχαν πάνω τους μόνο μια χειροβομβίδα ο καθένας.

Λόγω του παρουσιαστικού τού Ίμπαρς, που ήταν ψηλός και ξανθός, οι αστυνομικοί τους άφησαν να περάσουν χωρίς έλεγχο, νομίζοντας πως ήταν γερμανοί πράκτορες. Οι δυο σύντροφοι χωρίστηκαν για να μην προκαλέσουν υποψίες και ο Ίμπαρς πήγε στο σπίτι των συντρόφων από όπου και προμηθεύτηκε τα εκρηκτικά. Όμως, ο Κανίγιας συνελήφθη και δεν έφτασε ποτέ στο σημείο συνάντησης. Μόνος του ο Ίμπαρς επιχείρησε να πλησιάσει ξανά το σταθμό, αλλά η ανάπτυξη στρατιωτών παντού γύρω του, το έκανε αδύνατο και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει. Χωρίς να το γνωρίζει ο Ίμπαρς, ο Θελεδόνιο Πέρεθ είχε οργανώσει από τη Μαδρίτη μια απόπειρα εναντίον του τρένου που θα μετέφερε τον Φράνκο σε αυτό το ραντεβού. Μια σύλληψη της τελευταίας στιγμής, όμως, ανάγκασε το κομάντο των αναρχικών που την είχε αναλάβει να εγκαταλείψει το σχέδιο.

 

1947

Στις 17 Μάη του 1947, είχε κανονιστεί επίσημη επίσκεψη του δικτάτορα στη Βαρκελώνη. Δέκα χρόνια μετά τα αιματηρά γεγονότα, που σήμαναν το ουσιαστικό τέλος της επαναστατικής διαδικασίας στην πόλη, οι ελευθεριακοί είχαν μια ευκαιρία να αλλάξουν τη ροή της ισπανικής ιστορίας, εκτελώντας τον χαρισματικό ηγέτη της σταυροφορίας. Εκπονήθηκαν δύο σχέδια για την εξόντωσή του. Το πρώτο προέβλεπε επίθεση εκατό ανταρτών στη φάλαγγα οχημάτων που θα τον μετέφερε στα βόρεια της επαρχίας για να επιθεωρήσει τα ορυχεία του Λιομπρεγάτ. Το φιλόδοξο αυτό σχέδιο ακυρώθηκε, λόγω της ανάπτυξης χιλιάδων στρατιωτών στην περιοχή. Το δεύτερο σχέδιο ετοιμάστηκε από μια ομάδα ανδαλουσιανών αναρχικών, οι οποίοι δρούσαν στη Βαρκελώνη, αλλά είχαν ελάχιστη σχέση με τους συντρόφους τους στην πόλη και παρέμεναν σε καθεστώς ανωνυμίας για τη δική τους ασφάλεια.

Ο Φράνκο θα ερχόταν στη Βαρκελώνη με καράβι και είχε προγραμματιστεί παρέλαση από το λιμάνι ώς το κτίριο της περιφερειακής διοίκησης Καταλονίας. Στις δυο πλευρές του δρόμου υπήρχαν στρατιώτες που απέτρεπαν την προσέγγιση του δικτάτορα και της πομπής του. Οι ανδαλουσιανοί επέλεξαν να σκαρφαλώσουν στα αγάλματα που βρίσκονται πάνω στο μνημείο του Κολόμβου και να εκτοξεύσουν χειροβομβίδες και δυναμίτη την ώρα που θα περνούσε ο Φράνκο.

Καλοντυμένοι και ζητωκραυγάζοντας υπέρ του καθεστώτος, περίμεναν υπομονετικά πάνω στα γρανιτένια λιοντάρια, ενώ παρακολουθούσαν το πλοίο να μπαίνει στο λιμάνι. Την ώρα που η πομπή ξεκινούσε από το λιμάνι -κι ενώ χιλιάδες κόσμου είχαν γεμίσει ασφυκτικά τη διαδρομή- οι διοργανωτές τοποθέτησαν στην πλατεία του Κολόμβου δυο σειρές από μικρά παιδάκια που κρατούσαν σημαίες. Οι σύντροφοι κοιτάχτηκαν μεταξύ τους. Είχαν αποδεχθεί την πιθανότητα θανάτων ή τραυματισμών μεταξύ των θεατών, αλλά τα δεκάδες παιδάκια στο χώρο της απόπειρας ήταν απρόβλεπτος παράγοντας. Με νεύματα ακύρωσαν την απόπειρα, δευτερόλεπτα πριν περάσει η πομπή μπροστά από το άγαλμα. Η αναρχική ηθική της άμεσης δράσης ήταν πάντα συνδεδεμένη με την αποφυγή άσκοπης πρόκλησης θυμάτων, πολύ περισσότερο τώρα, που τα υποψήφια θύματα ήταν παιδιά. Οι ανδαλουσιανοί αναρχικοί έμειναν να κοιτάνε το στόχο τους να περνά επευφημούμενος, μάλιστα σε φωτογραφίες της εποχής έχουν απαθανατιστεί πάνω στα λιοντάρια του αγάλματος του Κολόμβου, με τις δερμάτινες κρεμαστές τσάντες τους στον ώμο. Ακόμη μια απόπειρα εναντίον του Φράνκο είχε αποτύχει.

 

1948

Το δεύτερο γεγονός, που συνέβη στη Γαλλία, ήταν η οργάνωση μιας απόπειρας εναντίον της ζωής του Φράνκο. Αυτή η απόπειρα έμεινε καλά κρυμμένη τόσο από το καθεστώς όσο και από το κίνημα, μέχρι τις αστυνομικές έρευνες που ακολούθησαν τη ληστεία του ταχυδρομείου της Λυών το 1951. Οι λόγοι, που παρέμεινε κρυφή η ενέργεια, είχαν να κάνουν με τους εμπνευστές της και αυτούς που την εκτέλεσαν, οι οποίοι ήταν όλοι βετεράνοι του συνωμοτισμού. Το σχέδιο ήταν να χτυπηθεί από αέρος το γιοτ που μετέφερε τον Φράνκο κατά τη διάρκεια των ετήσιων ιστιοπλοϊκών αγώνων της Ντονόστια (Σαν Σεμπαστιάν). Το σχέδιο κατατέθηκε αρχικά από το γραμματέα άμυνας του MLE (σ.σ: Ισπανικό Ελευθεριακό Κίνημα) Ματέου στην εθνική επιτροπή, αλλά κανείς δεν ασχολήθηκε μ’ αυτό σοβαρά. Ο Ματέου περίμενε να ξεχαστεί το θέμα και αποφάσισε να το προχωρήσει χωρίς την έγκριση των επιτροπών. Παρουσίασε το σχέδιο στον Λαουρεάνο Θεράδα, από τον οποίο ζήτησε να βρει ένα αεροπλάνο.

Ο Θεράδα διαχειριζόταν το παράνομο ταμείο της οργάνωσης και, πέρα από τις ληστείες και την πλαστογράφηση ισπανικών εγγράφων, επιδιδόταν και σε πλαστογραφήσεις γαλλικών εγγράφων, χρηματοδοτώντας με την πώλησή τους το κίνημα. Το καλοκαίρι του 1948, οπότε ξεκίνησε η οργάνωση της απόπειρας, ο Θεράδα άρχισε να πέφτει σε δυσμένεια από το MLE. Οι επιτροπές φοβόντουσαν πως η δράση του έβαζε σε κίνδυνο τη νομιμότητα του κινήματος στη Γαλλία, θορυβημένες κι από τα άρθρα που ακολούθησαν τη ληστεία της Ρον-Πουλένκ. Του ζήτησαν να παραδώσει όλο του το δίκτυο και τα μέσα που έλεγχε. Ο Θεράδα, που αρνήθηκε, έλεγε γι’ αυτό: «[…] αν αυτά τα άτομα ήταν ικανά να κάνουν κάτι, δε θα είχα τον παραμικρό ενδοιασμό να τα θέσω όλα στη διάθεσή τους, αλλά αυτό που επιθυμούν είναι απλά να σφάξουν την κότα… τα αυγά τα τρώνε εδώ και πολύ καιρό και σε μεγάλη ποσότητα…».

Ο Θεράδα βρήκε ένα μικρό τουριστικό αεροπλάνο και πλήρωσε για την αγορά του στο όνομα του Ζορζ Φοντενί, γραμματέα της γαλλικής αναρχικής ομοσπονδίας. Ο πιλότος Πριμιτίβο Πέρεθ ήταν επιλογή του Ματέου και οι Αντόνιο Ορτίθ και Χοσέ Πέρεθ «Βαλένθια» ανέλαβαν το ρόλο του πληρώματος. Το αεροπλάνο ήταν τετραθέσιο, αλλά, αντί για τέταρτο επιβάτη, μετέφερε είκοσι βόμβες θραυσμάτων των πέντε κιλών και τέσσερεις εμπρηστικές των είκοσι. Η ρίψη τους θα γινόταν από μια αυτοσχέδια τρύπα με σωλήνα στην κοιλιά του αεροπλάνου. Ο Πέδρο Ματέου φρόντισε την κατάλληλη μέρα να υπάρχει ένα κομάντο στα βουνά έξω από τη Ντονόστια με αποστολή να παραλάβει το πλήρωμα, καθώς το αεροπλάνοθα προσγειωνόταν -αν τα κατάφερνε- σε κοντινή απόσταση από την απόπειρα.

Με τον αρχηγό των SS, Heinrich Himmler

Στις 12 Σεπτέμβρη του 1948, το αεροπλάνο απογειώθηκε από ένα μικρό αεροδρόμιο κοντά στα σύνορα και χάθηκε μες στα σύννεφα. Είκοσι λεπτά αργότερα, οι τρεις επιβάτες του αντίκρισαν τις ισπανικές ακτές και τον κόλπο της Ντονόστια. Είχαν το στόχο σε οπτική επαφή, όταν τους πλεύρισαν έξι καταδιωκτικά και ένα υδροπλάνο της ισπανικής πολεμικής αεροπορίας, τα οποία τους έφραξαν την πρόσβαση προς τον κόλπο. Τα πολεμικά πλοία από κάτω τους στόχευαν με αντιαεροπορικά πολυβόλα. Κατά το σχέδιο θα μπορούσαν να περάσουν απαρατήρητοι μέσα στο πλήθος τουριστικών αεροσκαφών που παρακολουθούσαν τους αγώνες, αλλά, λόγω κακοκαιρίας ή κακής πληροφόρησης, το γαλλικό αεροπλανάκι ήταν το μόνο μη στρατιωτικό στον ουρανό της Ντονόστια. Η απόσταση ήταν απαγορευτική για να επιχειρήσουν μια αποστολή καμικάζι και -μοιραία- έστριψαν πάλι προς τα γαλλικά σύνορα.

Το μόνο σημάδι που έμεινε από την ενέργεια ήταν ένα διάβημα διαμαρτυρίας της δικτατορίας προς τη γαλλική κυβέρνηση για παραβίαση εθνικού εναέριου χώρου. Όταν προσγειώθηκαν στη Γαλλία, τα μέλη της ομάδας αποφάσισαν να επιχειρήσουν την επόμενη μέρα επίθεση εναντίον του παλατιού του Αγιέτε, τόπου διαμονής του Φράνκο στη Ντονόστια. Το νέο σχέδιο προέβλεπε μια επικίνδυνη πτήση κοντά στο ύψος του νερού, ώστε να αποφύγουν τα ραντάρ και χτύπημα του στόχου το ξημέρωμα, για να υπάρχει οπτική επαφή. Η συνεχής βροχή που έπεφτε από το προηγούμενο βράδυ μετέτρεψε το μικρό χωμάτινο αεροδιάδρομο σε μια λίμνη λάσπης, που ήταν απαγορευτική για απογείωση. Περίμεναν μέχρι τις δέκα το πρωί, αλλά η βροχή δυνάμωνε. Την επόμενη μέρα ο Φράνκο έφυγε από την πόλη.

Από την επόμενη μέρα, όλα τα μέλη της ομάδας επέστρεψαν στην καθημερινότητά τους. Μόνο ο πιλότος παρέμεινε στο αεροδρόμιο και όταν το επέτρεψαν οι καιρικές συνθήκες, λίγες μέρες αργότερα, μετέφερε το αεροπλάνο σ’ ένα αεροδρόμιο κοντά στο Παρίσι. Εκεί βρέθηκε το αεροπλάνο, μετά από τις ανακρίσεις που ακολούθησαν την αποτυχημένη ληστεία της Λυών το 1951 και κάποια δημοσιεύματα στον τύπο έκαναν λόγο για την απόπειρα, χωρίς να μπουν σε λεπτομέρειες.

 

1949

Οι Λος Μάνιος που παρέμεναν στη Βαρκελώνη και βρίσκονταν υπό πίεση, αποφάσισαν να μετακομίσουν στη Μαδρίτη και να εξετάσουν ένα πιθανό σχέδιο εκτέλεσης του Φράνκο. Μες στον Απρίλη εγκαταστάθηκαν στη Μαδρίτη και ο «Ροδόλφο» -που είχε γεννηθεί εκεί- ξεκίνησε τις επαφές μ’ ένα γνωστό του, που ήταν φίλος ενός φρουρού του παλατιού του Πάρδο, κατοικίας του Φράνκο. Ο φρουρός είχε πολεμήσει με τη Γαλάζια Μεραρχία στο ανατολικό μέτωπο, αλλά φερόταν διατεθειμένος να βοηθήσει στην εκπόνηση ενός σχεδίου έναντι σημαντικού οικονομικού ανταλλάγματος. Υποσχέθηκε ότι μπορούσε να τοποθετήσει δύο άτομα σε κοντινή απόσταση από την πορεία του αυτοκινήτου του Φράνκο, αρκεί να φορούσαν στρατιωτικές στολές (ΥΓ.2). Αυτοί θα είχαν μισή ώρα για να τοποθετήσουν τα εκρηκτικά και να τα ρυθμίσουν στην ώρα που θα περνούσε την ίδια μέρα ο δικτάτορας. Σε ανταπόδοση, ο τυχοδιώκτης φρουρός ζητούσε 200.000 πεσέτες, 50.000 την προηγούμενη ημέρα της απόπειρας και τα υπόλοιπα μετά την επιτυχία της.

Ο μόνος τρόπος για να βρεθούν τα χρήματα ήταν να γίνει μια «ανάληψη». Οι Λος Μάνιος χτύπησαν την τράπεζα Ποπουλάρ, ακινητοποιώντας τον ένα φρουρό -ο άλλος είχε πάει για τσιγάρα- και απέσπασαν 250.000 πεσέτες. Την επόμενη μέρα έκλεισαν ραντεβού με το φρουρό, αλλά αυτός δεν εμφανίστηκε. Η ληστεία, στην οποία συμμετείχαν και οι εφτά σύντροφοι, έπεσε σαν κεραυνός εν αιθρία σε μια Μαδρίτη που είχε συνηθίσει για καιρό να μη διασαλεύεται η τάξη. Όλη η αστυνομία άρχισε να ψάχνει. Σπίτια αγωνιστών, ξενοδοχεία, πανσιόν και πρόσφατα ενοικιασμένα σπίτια ήταν ο στόχος της. Η ομάδα είδε ότι κινδύνευε και έφυγε με τρένο για την Ανδαλουσία. Τέσσερεις μέρες μετά επέστρεψαν για μια μέρα, ψάχνοντας το φρουρό, αλλά αυτός είχε εξαφανιστεί. Αποφάσισαν να επιστρέψουν στη Βαρκελώνη και από εκεί κατευθείαν στη Γαλλία, όπου έφτασαν στα τέλη Απρίλη. Στη Βαρκελώνη έμεινε μόνο ο Σαμπορίτ, στον οποίο ο «Ουένθες» έδωσε ένα μεγάλο μέρος της λείας για να καλυφθούν οι ανάγκες των κρατουμένων στη φυλακή Μοδέλο.

 

1962

Το σχέδιο προέβλεπε την ανατίναξη του αυτοκινήτου του δικτάτορα (φωτό), στη διαδρομή του προς τη θερινή του κατοικία στη Ντονόστια. Για την πραγματοποίησή του οι αναρχικοί συνεργάστηκαν με μέλη της ΕΤΑ, τα οποία μετέφεραν τα 20 κιλά πλαστικού εκρηκτικού και το μηχανισμό τηλεχειρισμού στην Ισπανία, από περάσματα των βάσκικων Πυρηναίων. Ήταν γνωστό ότι ο Φράνκο πάντοτε πήγαινε στα μέσα Αυγούστου στη Ντονόστια, όπου παρακολουθούσε τους ετήσιους ιστιοπλοϊκούς αγώνες και παραθέριζε. Όταν βρισκόταν στο θερινό του ανάκτορο, υπήρχαν σκοποί ανά 100 μέτρα σ’ όλη την απόσταση από εκεί μέχρι την πόλη. Ο μηχανισμός έπρεπε να τοποθετηθεί πριν από την άφιξή του, αλλά η ημερομηνία κρατιόταν πάντα μυστική. Βάσει υπολογισμών και παλαιότερων προγραμμάτων, η βόμβα τοποθετήθηκε στις 12 Αυγούστου, ακριβώς δίπλα στο δρόμο απ’ όπου θα περνούσε το αυτοκίνητο και το κομάντο περίμενε καρτερικά την άφιξη του δικτάτορα.

Η γυναίκα του έφτασε λίγες μέρες αργότερα, αλλά δεν υπήρχε καμιά πληροφορία σχετικά με το πρόγραμμα του Φράνκο. Ο Αλμπερόλα και ο Μέρα βρίσκονταν στη γαλλική παραμεθόριο, σε συνεχή επαφή με την ομάδα που είχε αναλάβει την απόπειρα. Δυστυχώς, οι μπαταρίες του μηχανισμού τηλεχειρισμού είχαν διάρκεια ζωής μόλις επτά ημερών, οπότε δεν γινόταν να περιμένουν επ’ άπειρον. Μπροστά στο φόβο να ανακαλυφθεί ο μηχανισμός ή να εκραγεί άκαιρα, αποφασίστηκε η πυροδότησή του στις 19 Αυγούστου. Λίγο μετά τη διέλευση της αυτοκινητοπομπής της γυναίκας του Φράνκο, πυροδοτήθηκε ο ισχυρός μηχανισμός, ο οποίος προκάλεσε πολύ θόρυβο κι έναν κρατήρα στην άκρη του δρόμου. Η DI (σ.σ: Άμυνα Εσωτερικού) δεν ήθελε να προκαλέσει άλλα θύματα, στόχος της ήταν η κορυφή της πυραμίδας του καθεστώτος.

 

1963

Οι αναρχικοί αγωνιστές αποφάσισαν να επαναλάβουν την προσπάθειά τους για εξόντωση του ίδιου τού δικτάτορα. Η αποστολή αυτή είχε ανατεθεί στον Λιανσόλα, ο οποίος είχε εισπράξει και ένα εκατομμύριο φράγκα, για να τη φέρει εις πέρας. Η απραξία του ανάγκασε τα υπόλοιπα μέλη της DI να αναλάβουν κι αυτή την επιχείρηση. Οι πυρήνες του εσωτερικού κατέστρωσαν ένα σχέδιο για την ανατίναξη της αυτοκινητοπομπής του δικτάτορα. Κάθε φορά που αναλάμβαναν υπηρεσία νέοι πρέσβεις στη Μαδρίτη, ο Φράνκο τους υποδεχόταν σ’ ένα συγκεκριμένο ανάκτορο, ώστε να λάβει τα διαπιστευτήριά τους. Στη διαδρομή ώς το ανάκτορο, περνούσε αναγκαστικά από μια γέφυρα, την οποία οι αναρχικοί σκόπευαν να ανατινάξουν με τηλεχειρισμό. Οι τελετές παράδοσης των διαπιστευτηρίων δεν ανακοινώνονταν στον τύπο, όμως, οι αφίξεις νέων διπλωματών περνούσαν στα ψιλά των εφημερίδων. Μόλις έφτανε κάποιος πρέσβης, η γέφυρα θα παγιδευόταν, εν αναμονή της αυτοκινητοπομπής. Αυτή τη φορά είχαν προβλεφθεί μπαταρίες με μεγαλύτερη διάρκεια ζωής για το σύστημα  τηλεπυροδότησης.

Η εκτέλεση του σχεδίου ανατέθηκε στον Φρανθίσκο Γρανάδος. Ο μηχανικός αυτοκινήτων, ειδικός στα εκρηκτικά και φίλος τού Γρανάδος, Βιθέντε Μαρτί, ετοίμασε ένα αυτοκίνητο-κρύπτη, με τα πλαστικά εκρηκτικά και το μηχανισμό τηλεχειρισμού. Ο 30χρονος αναρχικός ταξίδεψε στη Μαδρίτη στα μέσα Μάη και περίμενε το πολυπόθητο δημοσίευμα. Ωστόσο, οι μέρες περνούσαν και δεν υπήρχε είδηση για άφιξη διπλωματών. Στα μέσα Ιούλη, ο Χαθίντο Γκερέρο ζήτησε από τους Θιπριάνο Μέρα και Χοσέ Πασκουάλ να τον φέρουν σε επαφή με τον Γρανάδος, ώστε να πάρει τα εκρηκτικά, για να πραγματοποιήσει ένα δεύτερο σχέδιο δολοφονίας του Φράνκο. Αυτοί δέχτηκαν, αλλά ο απεσταλμένος του Γκερέρο στη Μαδρίτη, Ρομπέρτο Αρίνιο, δεν κατάφερε να έρθει σε επαφή με τον κάτοχο των εκρηκτικών. Πλησίαζε το τέλος του Ιούλη και -ακόμα κι αν δημοσιευόταν κάποια άφιξη- η τελετή παραλαβής διαπιστευτηρίων θα γινόταν μετά τις καλοκαιρινές διακοπές. Ο Αλμπερόλα έστειλε τον Χοακίν Ντελγάδο, με αποστολή να βρει τους Αρίνιο και Γρανάδος και να τους πει να εγκαταλείψουν τη χώρα, αφού κρύψουν τα εκρηκτικά. Πράγματι, ο Ντελγάδο βρήκε τον Αρίνιο -ο οποίος έφυγε με τρένο στις 28 Ιούλη- και την επόμενη μέρα ενημέρωσε και τον Γρανάδος. Σκοπός τους ήταν να φύγουν αυθημερόν, αλλά μια βλάβη στο αυτοκίνητο τούς ανάγκασε να παραμείνουν κι άλλο στην πρωτεύουσα.

Ενόσω διαρκούσε η αποστολή του Γρανάδος στη Μαδρίτη, το καλοκαίρι του 1963, ο ισπανικός βορράς έγινε πάλι κέντρο απεργιακών κινητοποιήσεων και εργατικών διεκδικήσεων των ανθρακωρύχων. Η καταστολή των απεργιών ήταν σκληρή, με εκατοντάδες συλλήψεις και βασανισμούς εργατών. Η DI αποφάσισε να απαντήσει στην κρατική τρομοκρατία και απέστειλε ένα κομάντο στη Μαδρίτη, με αποστολή να πραγματοποιήσει επιθέσεις στις αρχές Αυγούστου. Οι δυο βομβιστές που συμμετείχαν σε αυτό το κομάντο, χωρίς να γνωρίζουν ότι υπήρχε κι άλλη παράνομη ομάδα στην πόλη, βιάστηκαν να εκτελέσουν την αποστολή τους. Στις 29 Ιούλη τοποθέτησαν δύο βόμβες. Η πρώτη εξερράγη το βράδυ, όπως ήταν προγραμματισμένη, στα κεντρικά γραφεία της Φάλαγγας, της οποίας οι άνθρωποι έλεγχαν το κάθετο συνδικάτο. Η δεύτερη, με ακόμη μεγαλύτερο συμβολισμό, τοποθετήθηκε στο τμήμα διαβατηρίων του κτιρίου της γενικής αστυνομικής διεύθυνσης της Μαδρίτης, χώρου βασανισμού των πολιτικών κρατουμένων και των απεργών. Ένα λάθος στον ωρολογιακό μηχανισμό οδήγησε στην έκρηξή της το απόγευμα. Περίπου είκοσι άνθρωποι, αστυνομικοί και πολίτες, τραυματίστηκαν ελαφρά. Οι δυο αγωνιστές που πραγματοποίησαν τις επιθέσεις, οι Αντόνιο Μαρτίν και Σέρχιο Ερνάντεθ, επέστρεψαν αυθημερόν στη Γαλλία με τρένο.

Οι βομβιστικές ενέργειες προκάλεσαν σάλο στη Μαδρίτη και λύσσα στα αστυνομικά επιτελεία. Στις 31 Ιούλη συνελήφθησαν οι Γρανάδος και Ντελγάδο (φωτό) και στην κατοχή τους βρέθηκαν τα 21 κιλά πλαστικών εκρηκτικών και ο μηχανισμός τηλεπυροδότησης. Δυο μέρες αργότερα, πράκτορες του Φράνκο τοποθέτησαν βόμβα στα γραφεία της CNT στην Τουλούζ, η οποία προκάλεσε μικρές ζημιές. Οι αρχές γνώριζαν ότι οι δύο άνδρες δεν είχαν σχέση με τις επιθέσεις, όμως δυστυχώς, γνώριζαν και τον προορισμό των εκρηκτικών που είχαν στην κατοχή τους. Οι δυο αναρχικοί υποβλήθηκαν σε συστηματικά βασανιστήρια, ώστε να αποσπαστεί η ομολογία τους, αφού δεν υπήρχαν στοιχεία που να τους συνδέουν με τις εκρήξεις. Αφού αποσπάστηκαν οι ομολογίες, οδηγήθηκαν σε έκτακτο στρατοδικείο.

Το καθεστώς βιαζόταν να εκτελέσει παραδειγματικά τους Γρανάδος και Ντελγάδο και εκμεταλλεύτηκε την καλοκαιρινή ραστώνη προς όφελός του. Η απάντηση των νεαρών ελευθεριακών στη Γαλλία ήταν άμεση. Οργανώθηκαν πορείες και επιθέσεις σε ισπανικά κτίρια, ενώ το CIL (Ιβηρικό Συμβούλιο Απελευθέρωσης) έδωσε στους ανταποκριτές ξένου τύπου στην Μαδρίτη, μια ανακοίνωση όπου πιστοποιούσε την αθωότητα των δύο, σε σχέση με τις επιθέσεις που τους καταλόγιζαν. Μάλιστα, οι δυο φυσικοί αυτουργοί των επιθέσεων πρότειναν να φανερώσουν και τα ονόματά τους, κάτι που κρίθηκε άσκοπο, αφού πολύ σωστά εκτιμήθηκε ότι η απόφαση δεν θα άλλαζε. Στις 13 Αυγούστου, το στρατοδικείο αποφάνθηκε για την ενοχή τους και τους καταδίκασε σε θάνατο. Εκτός των αναρχικών, οι διεθνείς αντιδράσεις ήταν χλιαρές, καθώς ο προπαγανδιστικός μηχανισμός των κομμουνιστικών κρατών και κομμάτων δεν ασχολήθηκε με το γεγονός. Στις 17 Αυγούστου 1963, οι Ντελγάδο και Γρανάδος  εκτελέστηκαν δια στραγγαλισμού. Η γκαρότα ήταν το μέσο εκτέλεσης των κοινών κακοποιών. Ο δικτάτορας δε δέχτηκε να αναγνωρίσει πολιτικά χαρακτηριστικά στους παραλίγο εκτελεστές του, σε αντίθεση με την προ ολίγων μηνών εκτέλεση του Γκριμάου, που είχε γίνει με τουφεκισμό.

 

1964

Το Σεπτέμβρη του προηγούμενου χρόνου, αλλά και κατά τη διάρκεια του Ιούνη του 1964, δεκάδες βομβιστικές ενέργειες μικρής ισχύος αναστάτωναν τη Μαδρίτη σε καθημερινή βάση. Τα χτυπήματα αυτά έγιναν από έναν πρώην στρατιωτικό, σοσιαλιστή, που βρισκόταν σε επαφή με τον «Καμπεσίνο» (σ.σ: Κομμουνιστής στρατιωτικός διοικητής των Δημοκρατικών κατά τον Ισπανικό Εμφύλιο). Η σύλληψή του, στα τέλη του Ιούνη, έβαλε τέλος στην καταιγιστική δράση του, αλλά τρεις εκρήξεις από τις δεκάδες που του αποδόθηκαν, δεν τις είχε προκαλέσει ο ίδιος. Ο Φερνάντο Καρμπάγιο, σύνδεσμος της ελευθεριακής νεολαίας στο εσωτερικό, είχε πάρει μόνος του την πρωτοβουλία δράσης για να ενισχύσει τη βομβιστική εκστρατεία των ημερών. Η αποστολή του Καρμπάγιο και της ομάδας του στη Μαδρίτη ήταν η προετοιμασία μιας απόπειρας εναντίον του δικτάτορα.

Το σχέδιο προέβλεπε την ανατίναξη του πάρκινγκ των επισήμων στο στάδιο Σαντιάγκο Μπερναμπέου της Μαδρίτης, κατά την άφιξη της αυτοκινητοπομπής του Φράνκο στον τελικό του ισπανικού κυπέλου. Όλα ήταν έτοιμα και ο Καρμπάγιο περίμενε την αποστολή των εκρηκτικών από τη Γαλλία. Αυτός που ανέλαβε να εκτελέσει τη μεταφορά, ήταν ο 18χρονος σκωτσέζος αναρχικός Στιούαρτ Κρίστι (φωτό). Ο Κρίστι είχε προσφερθεί να βοηθήσει στον αντιφρανκικό αγώνα και είχε αποκτήσει επαφές με μέλη της FIJL (σ.σ: Ελευθεριακή Νεολαία) στο Λονδίνο. Από εκεί ειδοποιήθηκε να μεταβεί στο Παρίσι, όπου και του παρέδωσαν τα εκρηκτικά και τις λεπτομέρειες της συνάντησης με τον Καρμπάγιο. Ταξίδεψε στη Μαδρίτη με οτοστόπ, όπου συνελήφθη στις 11 Αυγούστου. Την επόμενη μέρα, οι ασφαλίτες τον οδήγησαν στο σημείο του ραντεβού, όπου έπιασαν και τον Καρμπάγιο. Η δίκη των δύο ανδρών -ένα μόλις χρόνο μετά την εκτέλεση των Ντελγάδο και Γρανάδος- απέκτησε μεγάλη δημοσιότητα λόγω και της εθνικότητας του νεαρού συνεργού. Ίσως αυτή ακριβώς η ταυτότητα αποσόβησε την απαγγελία θανατικής ποινής από το έκτακτο στρατοδικείο. Ο Καρμπάγιο καταδικάστηκε σε τριάντα χρόνιακαι ο Κρίστι σε είκοσι.

 

ΥΓ.1: Φρανθίσκο Πονθάν (φωτό): πρώην μέλος του Συμβουλίου της Αραγόνας και μετέπειτα διοικητής μονάδας σαμποτάζ και κατασκοπίας, που δρούσε πίσω από τις εχθρικές γραμμές, στο μέτωπο του Έβρου. […] Λίγο αργότερα, αποδέχθηκε πρόταση των αγγλικών μυστικών υπηρεσιών για να συνεργαστεί μαζί τους. Οι απεσταλμένοι του Πονθάν στην Ισπανία κατέγραφαν την κίνηση των γερμανικών εμπορικών και πολεμικών πλοίων στα ισπανικά λιμάνια.  Παράλληλα, ο Πονθάν ανέλαβε το τελευταίο κομμάτι ενός πανευρωπαϊκού δίκτυου απόδρασης από τη ναζιστική Ευρώπη. Το δίκτυο αυτό μετέφερε άτομα που κινδύνευαν (εβραίους, πιλότους που καταρρίπτονταν, αντιστασιακούς κ.ά.) από την Ευρώπη στο Γιβραλτάρ. Οι άνδρες του Πονθάν είχαν εξ ολοκλήρου την ευθύνη για τη νότια Γαλλία καιτην Ισπανία. Σε ανταπόδοση των υπηρεσιών του, ο Πονθάν λάμβανε από τους άγγλους χρήματα και όπλα για τη λειτουργία του δικτύου του.

ΥΓ.2: Οι Λος Μάνιος παρέδωσαν αργότερα στην SI στη Γαλλία τα αναλυτικά στοιχεία για την επίθεση. Το Πάρδο, παλάτι με ιδιωτικό δάσος για κυνήγι λίγο έξω από τη Μαδρίτη, φυλασσόταν από 1.400 πεζούς στρατιώτες, 298 έφιππους και ένα λόχο Μαυριτανών, που ήταν σωματοφύλακες του Φράνκο. Είκοσι μυστικοί αστυνομικοί τριγυρνούσαν στα περίχωρα παριστάνοντας τους φυσιολάτρες. Η αναφορά περιείχε αναλυτική περιγραφή των στολών που φορούσαν οι φρουροί, τα ονόματα των αξιωματικών, το χρονοδιάγραμμα των αλλαγών βάρδιας και τις μάρκες των αυτοκινήτων που χρησιμοποιούσε ο δικτάτορας. Τα αυτοκίνητα δοκιμάζονταν για 50 χιλιόμετρα πριν από κάθε μεταφορά του Φράνκο και οι οδηγοί συνοδεύονταν συνεχώς από στρατιώτες. Η αναφορά βρίσκεται στο αρχείο Ester Borrás, José, IISH, Amsterdam, φάκελος 130.

Απάντηση