Επιχείρηση Μπέρνχαρντ: Τα πλαστά Βρετανικά χαρτονομίσματα που έφτιαχναν στα Ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης

0

Ένα από τα πιο εντυπωσιακά σχέδια του Β’Παγκοσμίου Πολέμου ήταν η Επιχείρηση Μπέρνχαρντ (γερμανικά: Unternehmen “Bernhard”, αγγλικά: Operation Bernhard), που πραγματοποίησε η Ναζιστική Γερμανία. Ξεκίνησε ως Επιχείρηση Αντρέας (Operation Andreas) το 1940 από την Sicherheitsdienst (SD) και είχε ως σκοπό την ρίψη πλαστών Βρετανικών χαρτονομισμάτων στην Μεγάλη Βρετανία που θα προκαλούσαν υπερπληθωρισμό και κατάρρευση της οικονομίας της. Αρχικά υπεύθυνος ήταν ο Alfred Naujocks, ταγματάρχης των SS, και τεχνικός διευθυντής ο Albert Langer.

Στις αρχές του 1942, o Naujocks συγκρούστηκε με τον προϊστάμενό του, Reinhard Heydrich, και η μονάδα σταμάτησε. Αργότερα το ίδιο έτος ξανάρχισε ως Επιχείρηση Μπέρνχαρντ με σκοπό αυτήν την φορά την χρηματοδότηση επιχειρήσεων κατασκοπίας των Ναζί στο εξωτερικό με πλαστά Βρετανικά χαρτονομίσματα. Αντί για την SD, την παραχάραξη πραγματοποιούσαν Εβραίοι κρατούμενοι στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Sachsenhausen, υπό από την επίβλεψη του ταγματάρχη των SS, Bernhard Krüger. Ο Krüger επισκέφθηκε διάφορα στρατόπεδα συγκέντρωσης για να επιλέξει τους κρατούμενους που θα συμμετείχαν στην παραχάραξη. Αυτοί έπρεπε να είχαν δεξιότητα στην σχεδίαση, την χαρακτική, την τυπογραφία και την τραπεζική. Αξιοσημείωτο είναι ότι οι συνθήκες διαβίωσής του στο Sachsenhausen όπου μεταφέρθηκαν, ήταν πολύ ανώτερες από των υπολοίπων κρατουμένων. Είχαν μέχρι και τραπέζι του πινγκ-πονγκ για να παίζουν στον ελεύθερο χρόνο τους! Αυτή η συμπεριφορά του Krüger, τον απάλλαξε μεταπολεμικά από ένα δικαστήριο αποναζιστοποίησης, μετά από μαρτυρίες των κρατουμένων. Μέχρι το τέλος του πολέμου η μονάδα του Krüger, παραχάραξε Βρετανικά χαρτονομίσματα συνολικής αξίας μεταξύ 132,6 και 300 εκατομμυρίων λιρών.

Το 1944 ξεκίνησαν προσπάθειες για να παραχαράξουν και Αμερικανικά δολάρια, αλλά τεχνικά ήταν πολύ δυσκολότερο να πραγματοποιηθεί σε σχέση με τις Βρετανικές λίρες. Επίσης, μέχρι την λήξη του πολέμου δεν κατάφεραν τα καταλήξουν στον αλγόριθμο που θα χρησιμοποίουσαν στο σεριακό αριθμό τους. Είκοσι χαρτονομίσματα των 100 δολαρίων –χωρίς σειριακό αριθμό- είχαν επιδειχτεί στον αρχηγό των SS, Heinrich Himmler και σε τραπεζικούς ειδικούς, αλλά η ποιότητα του χαρτιού ήταν κατώτερη των αυθεντικών.

Στην συνέχεια τα χαρτονομίσματα μεταφέρονταν από το Sachsenhausen στο Schloss Labers της Βόρειας Ιταλίας, όπου βρισκόταν μια εγκατάσταση των SS. Ακολούθως, το ξέπλυμα του πλαστού χρήματος, το αναλάμβανε ο Friedrich Schwend. Από τα χρήματα που θα ξέπλενε θα λάμβανε το 33,3%. Το 25% θα λάμβανε ο πράκτορας που θα αναλάμβανε μια αποστολή για τις υπηρεσίες του ιδίου και των υποπρακτόρων του- και το υπόλοιπο 8,3% θα έπαιρνε ο Schwend. Τα πλαστά χαρτονομίσματα θα ανταλλάσσονταν με Ελβετικά φράγκα και Αμερικάνικα δολάρια και θα χρηματοδοτούσαν την αγορά όπλων από τους Γιουγκοσλάβους παρτιζάνους που θα πωλούσαν στην συνέχεια σε φιλο-ναζιστικές ένοπλες ομάδες στα Βαλκάνια. Επίσης, από τα πλαστά χαρτονομίσματα θα πληρωνόταν ο Τούρκος πράκτορας των Ναζί, Elyesa Bazna, γνωστός με το κωδικό όνομα «Κικέρων». Ο Bazna όταν μετά το τέλος του πολέμου, έμαθε ότι στην πραγματικότητα πληρώθηκε με πλαστό χρήμα, ζήτησε πολλές φορές από την κυβέρνηση της Δυτικής Γερμανίας, να τον αποζημιώσει με κανονικό χρήμα για τις υπηρεσίες του κατά τον Β’Παγκόσμιο Πόλεμο. Δεν έλαβε πότε τίποτα.

Τους τελευταίους μήνες του πολέμου, η μονάδα παραχάραξης μεταφερόταν συνέχεια, για να γλιτώσει από τους προελαύνοντες Συμμάχους. Αργότερα η διαταγή ήταν να καταστραφούν οι βαλίτσες με τα χρήματα. Όσα δεν κάηκαν, μεταφέρθηκαν σε φορτηγά μαζί με τα τυπογραφικά μηχανήματα και πετάχτηκαν από τα SS στις λίμνες Toplitz και Grundlsee στην Αυστρία (αριστερά, φωτό από τα κιβώτια με τα χαρτονομίσματα που βρέθηκαν στην λίμνη Toplitz).  Η τελική διαταγή ήταν οι κρατούμενοι παραχαράκτες να μεταφερθούν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Ebensee και να θανατωθούν εκεί όλοι μαζί. Επειδή υπήρχε έλλειψη οχημάτων, ένα φορτηγό θα τους μετέφερε εκεί σε τρεις ομάδες. Στο τρίτο δρομολόγιο, το φορτηγό έπαθε σοβαρή βλάβη και οι κρατούμενοι αναγκάστηκαν να πάνε περπατώντας στο Ebensee. Εξαιτίας της καθυστέρησης της τρίτης ομάδας και της κοντινής απόστασης των Συμμαχικών στρατευμάτων, στις 5 Μαϊου οι δυο πρώτες ομάδες εντάχθηκαν στο γενικό σύνολο των κρατουμένων, και οι φύλακες μέλη των SS, έφυγαν. Μέχρι τότε οι έγκλειστοι παραχαράκτες ήταν αυστηρά απομονωμένοι λόγω της μυστικότητας της επιχείρησης στην οποία συμμετείχαν. Όταν έφτασε η τρίτη ομάδα και οι φύλακες μη μέλη των SS, έμαθαν ότι οι ύπολοιπες δύο ομάδες, είχαν ενταχθεί στο γενικό σύνολο του στρατοπέδου, άφησαν κι αυτούς  να ενταχθούν σ’αυτό. Αμέσως μετά κι αυτοί οι φύλακες έφυγαν. Την επομένη, οι Αμερικάνοι απελευθέρωσαν το στρατόπεδο.

Απάντηση