Πώς πέθανε ο σπουδαιότερος Ισπανός αναρχικός αντάρτης, Φρανθίσκο Σαμπατέ

0

Ο Φρανθίσκο Σαμπατέ Λιοπάρτ (Francesc Sabaté Llopart), γνωστός ως «Κίκο» (“El Quico”) ήταν ίσως ο σπουδαιότερος Ισπανός αναρχικός αντάρτης μετά το τελός του Ισπανικού εμφυλίου πολέμου (1936-1939). Επίσης ήταν και από τους μακροβιότερους σε δράση, αγωνιζόμενος μέχρι το 1960 για τα ιδανικά του. Στην διάρκεια του αγώνα του, συμμετείχε σε πολλές ενέργειες σαμποτάζ, εκτελέσεις μελών των φρανκικών δυνάμεων καταστολής, απαλλοτρίωσεις τραπεζών και εργοστασίων. Με λίγα λόγια, έζησε μια «κινηματογραφική ζωή». Οι τελευταίες του στιγμές ήταν εξίσου εντυπωσιακές. Παρακάτω ακολουθεί απόσπασμα από το εξαιρετικό «Οι Άνθρωποι που Κύκλωσαν το Άλφα» του Κ. Φλώρου, εκδόσεις 1704621 (σελ. 234-236):

«Μέσω των επαφών του με μέλη της FIJL (σ.σ: ουσιαστικά η νεολαία της CNT/FAI, πολυπληθών Ισπανικών αναρχοσυνδικαλιστικών και αναρχικών αντίστοιχα οργανώσεων) στελέχωσε ένα κομάντο αγωνιστών και προς τα τέλη του Δεκέμβρη οι σύντροφοι διέσχισαν τα σύνορα. Την ομάδα συμπλήρωσαν τέσσερα μέλη από τη FIJL της Λυών και του Κλερμόν-Φεράν. Ο Ροχέλιο Μαδριγάλ, 27 ετών, είχε λιποτακτήσει το 1956 από τον ισπανικό στρατό και δούλευε στη Γαλλία σε οικοδομές. Ο Αντόνιο Μιράκλε, 29 ετών, είχε συλληφθεί το 1955 στη Βαρκελώνη, όταν αποκαλύφθηκε το παράνομο τυπογραφείο της Σολιδαριδάδ Ομπρέρα και μετά την αποφυλάκισή του πέρασε στη Γαλλία. Ήταν δηλωμένος πασιφιστής(!) και γραμματέας της νεολαίας του Κλερμόν-Φεράν. Ο Μάρτιν Ρουίθ ήταν ο βενιαμίν της ομάδας, καθώς δεν είχε κλείσει ακόμα τα 21 του. Είχε γεννηθεί στη γαλλική εξορία. Ο Φρανθίσκο Κονέσα, 39 ετών, είχε μεταναστεύσει στη Γαλλία το 1950 και δούλευε οδηγός στη Λυών. Όλοι τους ήταν άπειροι στη χρήση όπλων. Το σχέδιό τους ήταν να εδραιώσουν ένα δίκτυο συνδέσμων και να προχωρήσουν στην απαγωγή των αδερφών Κρέις, γνωστών βασανιστών της φρανκικής αστυνομίας, τους οποίους ο Σαμπατέ ήθελε να οδηγήσει πίσω στη Γαλλία. Το ταξίδι ήταν από την αρχή του επεισοδιακό, καθώς η γαλλική αστυνομία είχε ενημερώσει την ισπανική και η Γκουάρδια Θιβίλ είχε πλημμυρίσει τα σύνορα. Παρά τον εντοπισμό της ομάδας μετά από μια ανταλλαγή πυροβολισμών, οι σωστές κινήσεις του «Κίκο» έβγαλαν την ομάδα από τον αρχικό κλοιό. Κι άλλες ενισχύσεις κατέφθασαν στην ευρύτερη περιοχή, καλύπτοντας δρόμους, μονοπάτια, αγροικίες και βουνοκορφές. Το πρωινό της 3ης Γενάρη, μια περίπολος εντόπισε την ομάδα να μπαίνει στην απόμερη αγροικία Μας Κλαρά, στην επαρχία της Τζιρόνα. Λίγο αργότερα, η νοικάρισσα του σπιτιού κατευθύνθηκε σε μια γειτονική φάρμα για να αγοράσει τρόφιμα. Οι ιδιοκτήτες της φάρμας ειδοποίησαν τις αρχές, καθώς τους φάνηκε περίεργη αυτή η μαζική αγορά τροφίμων. Οι κατασταλτικές δυνάμεις ήταν σίγουρες ότι είχαν εντοπίσει το κομάντο του Σαμπατέ.

Το απόγευμα άρχισε η περικύκλωση του Μας Κλαρά. Στην επιχείρηση πήραν μέρος πάνω από 100 άντρες της Γκουάρδια Θιβίλ, πολλοί ντόπιοι φαλαγγίτες και παρακρατικοί, ενώ προς το βράδυ έφτασε και μονάδα πυροβολικού. Μάλιστα, ο συνταξιούχος πλέον επιθεωρητής Κιντέλα ήρθε από την άλλη άκρη της Ισπανίας για να είναι παρών στην εξόντωση του τελευταίου μεγάλου εχθρού του. Καθώς οι δυνάμεις πλησίαζαν την αγροικία, ένας απ’ αυτούς έριξε μια ριπή προς το μέρος των αναρχικών, που βρίσκονταν στην αυλή της. Οι σφαίρες τραυμάτισαν τον «Κίκο» στο πόδι και τον Κονέσα στη βουβωνική χώρα. Όλοι ταμπουρώθηκαν στο σπίτι, εκτός από τον Κονέσα, που -σοβαρά τραυματισμένος- σύρθηκε μέχρι το κοτέτσι. Για πολλή ώρα σημειωνόταν σποραδική ανταλλαγή πυροβολισμών. Η Γκουάρδια Θιβίλ είχε έναν τραυματία. Το σκοτάδι έπεσε νωρίς και ο Σαμπατέ προσπαθούσε να σκεφτεί τρόπο για να αποδράσουν από τους τρεις διαδοχικούς κλοιούς, που είχαν στηθεί. Όταν το φεγγάρι κρύφτηκε πίσω από τους λόφους, επιχειρήθηκε η έξοδος. Οι τέσσερεις σύντροφοι βγήκαν από το κατώι, καλυπτόμενοι πίσω από δυο αγελάδες, πυροβολώντας και εκτοξεύοντας χειροβομβίδες. Τους υποδέχτηκε μια ομοβροντία πυροβολισμών και όλοι -εκτός του «Κίκο»- ξαναμπήκαν βιαστικά στο σπίτι. Ο Σαμπατέ έτρεξε για μερικά μέτρα και έπεσε μπρούμυτα. Ένας άνθρωπος σύρθηκε προς το μέρος του ψιθυρίζοντας: Μην πυροβολείτε είμαι ο λοχαγός. Ο Σαμπατέ τον πυροβόλησε στο κεφάλι σχεδόν εξ επαφής και συνέχισε έρποντας μέσα στο πηχτό σκοτάδι, επαναλαμβάνοντας τη φράση του λοχαγού, κάθε φορά που διασταυρωνόταν με κάποιον από τους εχθρούς του. Σε λίγα λεπτά είχε σπάσει τον κλοιό.

Όταν ξημέρωσε, η Γκουάρδια Θιβίλ μπήκε στο Μας Κλαρά. Οι Μιράκλε και Μαδριγάλ ήταν κρυμμένοι πίσω από σακιά με ζωοτροφές και πληγωμένοι. ΟΡουίθ ήταν κρυμμένος στην καμινάδα του χωριάτικου φούρνου, αλλά αναγκάστηκε να βγεί, όταν οι μπάτσοι έριξαν μέσα στο φούρνο δακρυγόνα. Και οι τρεις εκτελέστηκαν επιτόπου. Ο Κονέσα ήταν ακόμη στο κοτέτσι, ετοιμοθάνατος από την αιμορραγία, αλλά αντί να τον περιθάλψουν, τον βασάνισαν μέχρι να ξεψυχήσει. Η απόδραση του Σαμπατέ έθεσε σε συναγερμό όλη την επαρχία. Το επόμενο βράδυ, ο «Κίκο» διέσχισε κολυμπώντας τον παγωμένο ποταμό Τερ και το ξημέρωμα ανέβηκε στην ατμομηχανή ενός εμπορικού τρένου. Υπό την απειλή του όπλου του, οι μηχανοδηγοί τού έδωσαν το φαγητό και το νερό τους, αλλά του εξήγησαν ότι δεν ήταν εφικτό να τον πάνε ώς τη Βαρκελώνη, όπως ζητούσε, καθώς για να γίνει αυτό έπρεπε να αλλάξουν τη μηχανή στο τρένο. Η κατάστασή του ήταν πολύ άσχημη. Οι πληγές στο πόδι του είχαν μολυνθεί, είχε πυρετό και για να αντέξει τον πόνο έκανε ενέσεις μορφίνης. Κατέβηκε από το τρένο και προσπάθησε να βρει ένα γιατρό στο χωριό του Σαν Σελόνι. Εκεί, χτύπησε μια λάθος πόρτα και επιχείρησε να μπει στο σπίτι του αγνώστου που του άνοιξε.

Οι δυο άντρες πιάστηκαν στα χέρια και κυλίστηκαν στο δρόμο. Στο μεταξύ είχαν ενημερωθεί όλοι οι φαλαγγίτες και οι αστυνομικές δυνάμεις της περιοχής ότι ο «Κίκο» κατευθυνόταν προς το χωριό τους. Ο φαλαγγίτης Αμπέλ Ρότσα βρισκόταν σε περιπολία με άλλους παρακρατικούς, όταν αντιλήφθηκε τη συμπλοκή. Έτρεξε προς το μέρος των δύο ανδρών και πυροβόλησε, πετυχαίνοντας τον πολίτη. Ο «Κίκο» βρήκε το χρόνο να πυροβολήσει δυο φορές τον Ρότσα. Η πρώτη σφαίρα τον πέτυχε στο πόδι και η δεύτερη σταμάτησε σε μια χειροβομβίδα, που βρισκόταν στην τσέπη της στολής του, στο ύψος της καρδιάς. Η τύχη, που χαμογέλασε διπλά στο φαλαγγίτη, είχε εγκαταλείψει πια τον «Κίκο», ο οποίος έπεσε νεκρός από τη δεύτερη βολή του εχθρού του. Ένας άλλος παρακρατικός που τους πλησίασε άδειασε το γεμιστήρα του πάνω στο άψυχο κορμί του Φρανσίσκο Σαμπατέ Λιοπάρτ «Κίκο», παραμορφώνοντας το πρόσωπο του νεκρού σε τέτοιο βαθμό, που δεν ήταν πια αναγνωρίσιμος. Ήταν η 5η Ιανουαρίου του 1960».

Απάντηση